ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΜΑΣ

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΜΑΣ
Ο Αχιμαδιάς είναι ένα blog που δημιουργήθηκε για να συγκεντρώνει πληροφορίες σχετικά με την παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη γεωργία,καθώς και για τον τρόπο ζωής στο χωριό του χθές και του σήμερα,ενημερώνοντας σας παράλληλα με χρήσιμα αγροτικά νέα.Το blog συνδέεται με forum ειδικά διαμορφωμένα για τους καλλιεργητές θερμοκηπίων,όπου υπάρχει η δυνατότητα ανταλλαγής απόψεων,γνώσης και πληροφοριών.

ΚΑΡΠΟΦΟΡΑ ΔΕΝΤΡΑ.Αμυγδαλια,ροδιά,κορομηλιά,δαμασκηνιά,κυδωνιά,τζιτζιφιά,συκιά,λωτός,χαρουπιά,Καρυδιά,χουρμαδιά,μουσμουλιά

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑΣ

Ελκυστικές αποδόσεις εμφανίζει η καλλιέργεια του αμύγδαλου με όρους συμβολαιακής γεωργίας, αποτελώντας μια ικανοποιητική πρόταση ενασχόλησης στον αγροτικό τομέα με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης εντός και εκτός ελληνικών συνόρων.
Η συγκομιδή του αμύγδαλου γίνεται με ράβδισμα των κλαδιών και συγκέντρωση των αμύγδαλων επάνω σε δίχτυα που απλώνονται στη βάση των δέντρων. Τα τελευταία χρόνια η συγκομιδή γίνεται και με μηχανήματα δ
Η συγκομιδή του αμύγδαλου γίνεται με ράβδισμα των κλαδιών και συγκέντρωση των αμύγδαλων επάνω σε δίχτυα που απλώνονται στη βάση των δέντρων. Τα τελευταία χρόνια η συγκομιδή γίνεται και με μηχανήματα δόνησης
Εχει δοθεί μεγάλη έμφαση στην ποιότητα του ελληνικού αμύγδαλου που είναι ασύγκριτα ανώτερο από τα αμύγδαλα ΗΠΑ, Τουρκίας και Ισπανίας και παρόλο που είναι πιο ακριβό, μπαίνει δυναμικά τα τελευταία χρόνια στις ξένες αγορές.
Οι παραγωγοί θα πρέπει να δώσουν μεγάλη σημασία στην επιλογή της ποικιλίας που θα διαλέξουν όσον αφορά την αντοχή της στην ξηρασία και στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού


«Η καλλιέργεια της αμυγδαλιάς -αναφέρει ο κ. Λανάρας- είναι μια αποδοτική καλλιέργεια. Εμείς πρώτοι εφαρμόσαμε τη συμβολαιακή γεωργία στο αμύγδαλο. Μπαίνοντας λοιπόν στο συμβόλαιο ο παραγωγός έχει εξασφαλισμένη την πώλησή του για τα επόμενα 12 - 15 χρόνια. Από εκεί μπαίνει στην ολοκληρωμένη διαχείριση που σημαίνει ότι έχει συνεχή παρακολούθηση από τους γεωπόνους, άρα ποιοτικότερο προϊόν και πιο αποδοτικό το κτήμα. Εχει επίσης ένα μπόνους το κιλό στον φλοιό πάνω από τους συμβατικούς παραγωγούς».
Τα προτερήματα του αμυγδάλου είναι το σταθερό εισόδημα, η σταθερά αυξανόμενη ζήτηση, το γεγονός ότι είναι ανθεκτικό σε ασθένειες και μύκητες (εν συγκρίσει με άλλα οπωροφόρα) και ότι διατηρείται εκτός ψυκτικών θαλάμων ακόμη και για ένα έτος που το καθιστά ασυναγώνιστο έναντι των άλλων οπωροφόρων καρπών.
Ιδιαίτερα σημαντικές όμως είναι οι προοπτικές που εμφανίζει το ελληνικό αμύγδαλο σε επίπεδο εξαγωγών. «Το αμύγδαλο -όπως υπογραμμίζει ο Ιωάννης Μακανίκας, υπεύθυνος της εταιρείας μεταποίησης ξηρών καρπών 'Μακίν' στον Αλμυρό Βόλου- είναι ίσως το ποιοτικότερο αγροτικό προϊόν της χώρας μας καθώς έχει εξαιρετική γεύση και εμφάνιση σε σχέση με τον εξωτερικό ανταγωνισμό. Σήμερα, η εταιρεία μας εξάγει ελληνικά αμύγδαλα στις κυριότερες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ οι προοπτικές εξαγωγής του είναι μεγάλες, καθότι η κατανάλωση αμυγδάλων αυξάνεται συνεχώς σε παγκόσμιο επίπεδο».
Μάλιστα, η καλλιέργεια προωθείται σε περιοχές οι οποίες κρίνονται κατάλληλες από τις διευθύνσεις αγροτικής οικονομίας και κτηνιατρικής των νομών Πιερίας, Λάρισας, Σερρών, Λασιθίου, Μαγνησίας, Θεσσαλονίκης, Καβάλας, Ξάνθης, Δράμας, Αρκαδίας, Κιλκίς και του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Εβρου και βασικά με τις ποικιλίες Ferragnes, Ferraduel, Truito, Texas, Umjranne, Ρέτσου και Ραπτόπουλου.
Οι φυτεύσεις δέντρων στην Ελλάδα μειώθηκαν τη δεκαετία του '90 λόγω της έλλειψης οργάνωσης στην εμπορία των ξηρών καρπών. Η καλλιέργεια της αμυγδαλιάς ήταν κατά 70% περίπου ξηρική και επομένως η παραγωγικότητα ήταν χαμηλή (για την τριετία 1984-86 χωρίς έντονους παγετούς μέση συνολική παραγωγή 48.000 τόνους από 13 εκατομμύρια δέντρα, δηλαδή 3,7 κιλά ψίχας το δέντρο).
Τα τελευταία χρόνια παρά την άρδευση και τη φύτευση παραγωγικών ποικιλιών η παραγωγή μειώθηκε πολύ φθάνοντας κοντά στους 16.500 τόνους (μέσος όρος διετίας 2004-05 δηλαδή αποτελεί περίπου το 2% της παγκόσμιας παραγωγής) από 4,2 εκατ. δέντρα, δηλαδή 3,9 κιλά το δέντρο.
Βέβαια υπάρχουν εντατικοί αμυγδαλεώνες (παραγωγή 10-25 κιλά το δέντρο και εύκολα δίνουν 700-800 ευρώ κέρδος το στρέμμα) που με ένα κρίσιμο μέγεθος (τουλάχιστον 40-50 στρέμματα), σε ήπιες περιοχές και με καλή οργάνωση, συμφέρουν οικονομικά σε σχέση με άλλες δενδροκομικές και λοιπές καλλιέργειες.
  • Τα προτερήματα του αμύγδαλου είναι το σταθερό εισόδημα, η αυξανόμενη ζήτηση και το γεγονός ότι είναι ανθεκτικό σε ασθένειες
ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ
Τα 900 ευρώ ανά στρέμμα φτάνει η απόδοση
Σημαντικό εισόδημα εξασφαλίζεται στον παραγωγό που καλλιεργεί αμυγδαλιές, με τα έσοδα ανά στρέμμα να κυμαίνονται κατά μέσο όρο από 600 έως 900 ευρώ, ανάλογα με τη φύτευση και την ποιότητα του αμυγδάλου. Φέτος βέβαια, λόγω των βελτιωμένων αποδόσεων, τα έσοδα εκτιμάται ότι θα υπερβούν κατά πολύ τα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα.
Η αμυγδαλιά μπορεί να αναπτυχθεί σε ποικιλία εδαφών, αντέχει στην ξηρασία και το ασβέστιο, αλλά οι μεγαλύτερες αποδόσεις λαμβάνονται στα γόνιμα, ελαφρά, καλά στραγγιζόμενα και αρδευόμενα εδάφη. Με την κατάλληλη λίπανση και άρδευση μπορεί να αξιοποιήσει εδάφη που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από άλλα οπωροφόρα δέντρα.
Οπως αναφέρει ο γεωπόνος Κάσσανδρος Γάτσιος, η αμυγδαλιά απαιτεί ζεστά καλοκαίρια με χαμηλή υγρασία, αντέχει στους παγετούς του χειμώνα, αλλά μπορεί να πάθει ζημιές από παγετούς την άνοιξη σε θερμοκρασίες μικρότερες από -3οC.
Επίσης θα πρέπει να δώσει κανείς μεγάλη σημασία στην επιλογή της ποικιλίας που θα διαλέξει όσον αφορά την αντοχή της στην ξηρασία και στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Σε περιπτώσεις με μεγάλη ξηρασία το καλοκαίρι η παραγωγή της μειώνεται αρκετά.
Αναπτύσσεται σε ποικιλία εδαφών, αλλά αναπτύσσεται καλύτερα σε βαθιά αμμοπηλώδη μέχρι τα αργιλοαμμώδη και με καλή στράγγιση εδάφη. Επίσης έχει το χαρακτηριστικό ότι αντέχει στην υψηλή περιεκτικότητα του εδάφους σε ασβέστιο.
Φύτευση: Πολλαπλασιάζεται με σπόρο για την παραγωγή σπορόφυτων, τα οποία όμως πρέπει στη συνέχεια να εμβολιασθούν με την κατάλληλη ποικιλία.
Η αμυγδαλιά φυτεύεται σε τετράγωνα σε αποστάσεις 6-8 μέτρα. Το φύτεμα γίνεται στα τέλη του φθινοπώρου.
Καλλιεργητική τεχνική: Οι ανάγκες της αμυγδαλιάς σε θρεπτικά στοιχεία μπορεί να προσδιορισθούν με μεγάλη ακρίβεια με τη μέθοδο της «φυλλοδιαγνωστικής». Τα φύλλα πρέπει να συλλέγονται τον Ιούνιο - Ιούλιο και να προέρχονται από λογχοειδή χωρίς καρπούς.
Η αμυγδαλιά είναι απαιτητική σε άζωτο. Μία ποσότητα ενός κιλού αζώτου ανά δέντρο και έτος είναι συνήθως μια ικανοποιητική δόση με την οποία καλύπτει τις ανάγκες της σε άζωτο.
Το κάλιο επίσης είναι το δεύτερο σε σπουδαιότητα στοιχείο. Τη μεγαλύτερη ανάγκη σε άζωτο έχει η αμυγδαλιά την άνοιξη και το καλοκαίρι.
Το κάλιο έχει ιδιαίτερη σημασία για την αμυγδαλιά, γιατί αυξάνει την αντοχή των δέντρων στις χαμηλές θερμοκρασίες, καθώς και στην ξηρασία.
Αρδευση: Εφόσον θέλουμε ικανοποιητική παραγωγή αλλά και καλής ποιότητας ψίχα αμυγδάλων, η αμυγδαλιά πρέπει να αρδεύεται.
Οι αρδεύσεις μπορεί να γίνονται με κατάκλιση, με αυλάκια, με σταγόνες και με μικρούς εκτοξευτές. Πολύ καλά αποτελέσματα δίνει η άρδευση με σταγόνες. Τις μεγαλύτερες ανάγκες σε νερό έχουν τα φυτά στα τέλη της άνοιξης, το καλοκαίρι αλλά και τους πρώτους μήνες του φθινοπώρου.
Οι αρδεύσεις πρέπει να σταματούν μερικές ημέρες πριν από την έναρξη της συγκομιδής.
Η τυποποίηση «εκτοξεύει» τις εξαγωγές
Η εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων στην τυποποίηση μπορεί να εκτοξεύσει τις εξαγωγές του ελληνικού αμυγδάλου.
Στην Ελλάδα η τυποποίηση του αμυγδάλου στηρίζεται στα κριτήρια που εφαρμόζει ο κάθε φορέας επεξεργασίας του αμυγδάλου.
Οι φορείς αυτοί είναι συνήθως οι μονάδες σπασίματος των καρπών και διαλογής του ενδοκαρπίου του αμυγδάλου. Είναι αναγκαίο να εφαρμοστούν συγκεκριμένοι κανόνες όσον αφορά την τυποποίηση κυρίως από τις επιχειρήσεις που διαθέτουν τους σπαστήρες των ξηρών καρπών.
Η διαδικασία αυτή δεν έχει μεγάλο κόστος, αλλά είναι χρονοβόρα και γι' αυτό δεν υπάρχει μεγάλη προθυμία να τη δεχθούν. Εάν εφαρμοσθεί η τυποποίηση, τότε η δυνατότητα εξαγωγών του αμυγδάλου θα είναι μεγάλη.
Η τυποποίηση που έχει το αμύγδαλο των ΗΠΑ είναι ένας από τους κυριότερους λόγους που γίνονται εισαγωγές κυρίως από τις ΗΠΑ, διότι πέρα από την ανταγωνιστικότητα της τιμής, η τυποποίηση που εφαρμόζουν είναι συγκεκριμένη σε καθορισμένα μεγέθη και εφαρμόζεται αυστηρά.
Η εμπορία του αμυγδάλου γίνεται στη χονδρική αγορά σε συσκευασίες σάκων των 50 kg και στο λιανεμπόριο σε πιο μικρές συσκευασίες που φθάνουν μέχρι συσκευασίες των 100 gr. Το αμύγδαλο επίσης μπορούμε να το βρούμε στο εμπόριο σε διάφορους τύπους, όπως είναι: το λευκασμένο, το αλμυρό, το καπνισμένο, το γλυκό κ.τ.λ. Υπάρχουν και άλλες μορφές του αμυγδάλου που έχουν συγκεκριμένες χρήσεις όπως οι φέτες, τα τεμάχια κ.τ.λ. που συχνά δεν διατίθενται στην ελληνική αγορά.
Η αποθήκευση των αμυγδάλων γίνεται σε ιδιόκτητους χώρους τόσο στον πρωτογενή τομέα παραγωγής από τους παραγωγούς όσο και στον δευτερογενή τομέα που είναι οι βιομηχανίες, οι βιοτεχνίες και οι χονδρέμποροι.
Ο εξισορροπητικός ρόλος της αποθήκευσης, όσον αφορά τη συγκράτηση των τιμών σε λογικά επίπεδα, συνίσταται στην απόσυρση σε αποθηκευτικούς χώρους της ποσότητας του προϊόντος που δεν μπορεί να απορροφηθεί κατά την εποχή συγκομιδής του και στη διάθεση στη συνέχεια της ποσότητας αυτής κατά τους υπόλοιπους μήνες σύμφωνα με τις ανάγκες της κατανάλωσης.
Στον τομέα της προσφοράς δραστηριοποιείται ένας πολύ μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει μία μικρή ομάδα 10-15 επιχειρήσεων βιομηχανικής μορφής, οι οποίες είναι παράλληλα και οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς και χονδρέμποροι.
ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ
Οι δύο ποικιλίες που προτιμούν οι παραγωγοί
Οι δύο κυριότερες ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα:
Ferragnes: Είναι μία καλή και παραγωγική ποικιλία που δίνει αμύγδαλα που χρησιμοποιούνται σαν ξηροί καρποί επειδή έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε ψίχα. Είναι μία από τις κύριες ποικιλίες της Ελλάδας, με το 34% του αριθμού των δέντρων της αμυγδαλιάς που καλλιεργούνται στην Ελλάδα. Ανθίζει περίπου 7 ημέρες μετά την Texas στις αρχές Μαρτίου. Τα αμύγδαλα ωριμάζουν από τα τέλη Αυγούστου. Είναι ανθεκτική ποικιλία στον μύκητα του κλαδοσπόριου και της μονίλιας.
Texas: Ποικιλία ζωηρή ορθόκλαδη ανθεκτική στο κλαδοσπόριο και στη μονίλια. Είναι μία ποικιλία που χρησιμοποιείται για μεταποίηση, έχει καλή παραγωγικότητα, δίνει αμύγδαλα με μικρή ποσότητα ψίχας (45%) και παρουσιάζει αυξημένα ποσοστά καρπόπτωσης. Τα αμύγδαλα αυτής της ποικιλίας είναι στρογγυλά. Το 54% των αμυγδαλιών της Ελλάδας προέρχονται από αυτήν την ποικιλία. Τα αμύγδαλα ωριμάζουν στα τέλη Σεπτεμβρίου. Χαρακτηρίζεται από την παραγωγή διπλόσπερμων αμυγδάλων. Είναι ποικιλία ανθεκτική στο κλαδοσπόριο και στη μονίλια. Ανθίζει αρχές Μαρτίου.
Συγκομιδή, αποφλοίωση και στέγνωμα των καρπών
Τα αμύγδαλα ωριμάζουν ανάλογα με την ποικιλία από τα τέλη Αυγούστου μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου. Τα αμύγδαλα είναι κατάλληλα για συγκομιδή όταν ανοίγει το περικάρπιο αφού έχει ξεραθεί μερικώς. Η συγκομιδή στη χώρα μας γίνεται με ράβδισμα των κλαδιών και συγκέντρωση των αμυγδάλων επάνω σε δίχτυα που απλώνονται στη βάση των δέντρων. Τα τελευταία χρόνια η συγκομιδή των καρπών γίνεται και με μηχανήματα δόνησης.
Στη συνέχεια ακολουθεί αποφλοίωση με την απομάκρυνση του περικαρπίου και άπλωμα στον ήλιο ή στη σκιά για το στέγνωμα των αμυγδάλων. Σήμερα η αποφλοίωση γίνεται με ειδικά αποφλοιωτικά μηχανήματα και η αποξήρανση σε ειδικά ξηραντήρια με θερμοκρασίες 42ο-43οC. Το ποσοστό της υγρασίας των αποξηραμένων αμυγδάλων πρέπει να είναι 5-7%. Το αμύγδαλο μέσα στο ενδοκάρπιό του, μπορεί να διατηρηθεί για έναν χρόνο, χωρίς να υποβαθμιστεί η ποιότητά του. Στην περίπτωση της ψίχας για να διατηρηθεί πρέπει να ψυχθεί ώστε να διατηρηθεί μερικούς μήνες ή να διατηρηθεί σε κενό αέρος ή σε άζωτο ή σε κατάψυξη για να διατηρηθεί περισσότερο.
Σε υψηλά επίπεδα η ζήτηση
Σημαντική αύξηση καταγράφει τα τελευταία χρόνια η ζήτηση των αμυγδάλων σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα αμύγδαλα είναι καρποί πλούσιοι σε πρωτεΐνες, σε φυτικές ίνες, σε ανόργανα άλατα και βιταμίνες, όπως είναι η βιταμίνη Α και η βιταμίνη Ε. Ιδιαίτερα η βιταμίνη Ε είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη με αντιοξειδωτική δράση. Μια ακόμα ιδιότητα των αμυγδάλων είναι ότι έχει ευεργετική επίδραση στο πεπτικό σύστημα. Το αμύγδαλο σαν ξηρός καρπός δέχεται ισχυρό ανταγωνισμό στις διάφορες χρήσεις του από το φουντούκι, που είναι ένας πιο φθηνός ξηρός καρπός και ο οποίος εισάγεται από την Τουρκία, δηλαδή από μία χώρα με χαμηλό κόστος παραγωγής.
Οι Ελληνες καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ξηρών καρπών ανά κάτοικο. Εχουν υψηλότερη κατανάλωση σε σχέση με χώρες όπως η Ιταλία και οι ΗΠΑ. Η μέση κατανάλωση ανά κάτοικο ετησίως είναι στην Ελλάδα 14 kg, στην Ιταλία 6kg ανά κάτοικο και έτος και στις ΗΠΑ 2 kg ανά κάτοικο και έτος, σύμφωνα με τα στοιχεία του FAO.




ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΡΟΔΙΑ


Στην Ελλάδα, η ροδιά είναι ένα φυτό που φύεται από την αρχαιότητα, αλλά τα τελευταία χρόνια άρχισε να καλλιεργείται συστηματικάΚαταγράφοντας τις καλλιέργειες που τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται στην Ελλάδα έλκοντας το ενδιαφέρον των παραγωγών, η ροδιά βρίσκεται πλέον σε περίοπτη θέση.

Στην Ελλάδα, η ροδιά είναι ένα φυτό που φύεται από την αρχαιότητα, αλλά τα τελευταία χρόνια άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά
Πέραν εξάλλου του γεγονότος ότι η ροδιά είναι ένα είδος που προσαρμόζεται πολύ καλά στο μεσογειακό κλίμα και μπορεί να αξιοποιήσει περιθωριακά και υποβαθμισμένα εδάφη, χρησιμοποιώντας για την άρδευσή της ακόμη και υφάλμυρα νερά, η αξία της στο «χρηματιστήριο» των... οικονομικών αποδόσεων δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη. Το καθαρό εισόδημα σύμφωνα με τις στρεμματικές αποδόσεις μιας φυτείας με ροδιές φθάνει τα 1.000-1.200 ευρώ ανά στρέμμα.
Τα τελευταία χρόνια, άρχισε να αναπτύσσεται η καλλιέργεια της ροδιάς στην Ελλάδα με γρήγορους ρυθμούς κυρίως στο πλαίσιο της συμβολαιακής γεωργίας από εταιρείες που παράγουν χυμούς ροδιού.
Στον Νομό Αργολίδας και συγκεκριμένα στην περιοχή της Ερμιόνης παράγονται 300-400 τόνοι ροδιών για επιτραπέζια χρήση. Τα τελευταία χρόνια σε πολλούς νομούς της Ελλάδας (Αργολίδας, Ηλείας, Λακωνίας, Μεσσηνίας, Πέλλας, Ξάνθης, Λάρισας, Σερρών) έγιναν αρκετές φυτεύσεις νέων φυτειών ροδιάς, κυρίως της ποικιλίας Wonderful, που είναι κατάλληλη για παραγωγή χυμών. Οι φυτεύσεις αυτές γίνονται με το σύστημα της συμβολαιακής γεωργίας.
Η ελληνική αγορά είναι ελλειμματική όσον αφορά τα ρόδια και για τον λόγο αυτόν κάθε χρόνο γίνονται εισαγωγές που φτάνουν τους 800 τόνους
Η ελληνική αγορά είναι ελλειμματική όσον αφορά τα ρόδια και για τον λόγο αυτόν κάθε χρόνο γίνονται εισαγωγές που φτάνουν τους 800 τόνους

Η ελληνική αγορά είναι ελλειμματική όσον αφορά τα ρόδια και για τον λόγο αυτό κάθε χρόνο γίνονται εισαγωγές που φθάνουν τους 800 τόνους, ενώ η συνολική κατανάλωση ροδιών φθάνει τους 1.000-1.200 τόνους. Οι κυριότερες χώρες από τις οποίες γίνονται οι εισαγωγές είναι η Τουρκία, το Ιράν, η Ινδία, η Αίγυπτος, το Ισραήλ. Οι εισαγόμενες ποσότητες ροδιών αφορούν κυρίως ρόδια ξινών και γλυκόξινων ποικιλιών και οι οποίες κυρίως χρησιμοποιούνται στην παραγωγή χυμών. Πέραν όμως των ροδιών, στη χώρα μας εισάγονται και πολλά άλλα προϊόντα διατροφής, όπως είναι χυμοί, ποτά, αναψυκτικά, γιαούρτια, παγωτά, μαρμελάδες κλπ. αλλά και καλλυντικά και συμπληρώματα διατροφής που περιέχουν συστατικά των ροδιών.
Μέχρι προ λίγων ετών, η ροδιά βρισκόταν στο περιθώριο του ενδιαφέροντος των καταναλωτών αλλά και των παραγωγών στις διάφορες χώρες του κόσμου. Το 2004 όμως στις ΗΠΑ, έγινε η μεγάλη στροφή στην προτίμηση του καταναλωτικού κοινού. Η αλλαγή αυτή ξεκίνησε με μία μεγάλη ενημερωτική καμπάνια, που είχε σαν στόχο την ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού για τις φαρμακευτικές ιδιότητες του χυμού της ροδιάς.
1.200 € ανά στρέμμα από την καλλιέργεια της ροδιάς
Το έτος αυτό ονομάσθηκε «έτος του χυμού της ροδιάς». Η μεγάλη αυτή δημοσιότητα έστρεψε το κοινό προς την κατεύθυνση της κατανάλωσης προϊόντων της ροδιάς, με αποτέλεσμα να γίνεται λόγος σήμερα στις ΗΠΑ για αδυναμία κάλυψης της ζήτησης.
Στην Ελλάδα, η ροδιά είναι ένα φυτό που φύεται από την αρχαιότητα, αλλά τα τελευταία χρόνια άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά. Η ροδιά προέρχεται από τη νοτιοδυτική Ασία και μεταφέρθηκε κατά την αρχαιότητα στον μεσογειακό χώρο.
1.200 € ανά στρέμμα από την καλλιέργεια της ροδιάς

Με βάση την παραγωγή της ροδιάς σήμερα παράγονται 475 διαφορετικά προϊόντα (τρόφιμα, ποτά, φαρμακευτικά προϊόντα, καλλυντικά κλπ).
Πέραν των φρέσκων καρπών που υπάρχουν στην αγορά, κυκλοφορούν διάφορα μεταποιημένα προϊόντα όπως χυμοί ή συμπύκνωμα χυμού αλλά και πολλά άλλα προϊόντα, όπως είναι γαλακτούχα ποτά, αναψυκτικά, αλκοολούχα ποτά, επιδόρπια, ένα γνωστό σιρόπι (γρεναδίνη). Επίσης βρίσκονται στο εμπόριο αποξηραμένοι σπόροι ροδιού (ολόκληροι ή σε σκόνη) οι οποίοι χρησιμοποιούνται πολύ στην κουζίνα των Ινδιών. Υπάρχουν ακόμη και διάφορα άλλα προϊόντα, όπως ξίδι από ρόδι, σάλτσες ροδιού κλπ.
1.200 € ανά στρέμμα από την καλλιέργεια της ροδιάς
Η ροδιά όμως, πέραν της μεγάλης φήμης που απέκτησε σαν υπέροχο συστατικό της διατροφής, κίνησε και το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, λόγω των σπουδαίων φαρμακευτικών ιδιοτήτων που έχουν τα ρόδια στην πρόληψη πολλών ασθενειών.
ΤΕΧΝΙΚΕΣ
Τα κέρδη, η παραγωγή και η εγκατάσταση της φυτείας
Με τα καθαρά κέρδη ανά στρέμμα να φθάνουν έως και τα 1.200 ευρώ, η καλλιέργεια της ροδιάς αποτελεί μια προσοδοφόρα εναλλακτική αγροτική δραστηριότητα στη χώρα μας.

Η διάρκεια της παραγωγικής ζωής μίας φυτείας ροδιάς υπολογίζεται σε 25-30 έτη. Οι αποδόσεις ανά δένδρο κυμαίνονται μεταξύ 40-50 κιλών και ανά στρέμμα 2.500-3.000 κιλών. Το κόστος εγκατάστασης ενός στρέμματος καλλιέργειας ροδιάς ανέρχεται σε 540 ευρώ, ενώ το καθαρό εισόδημα είναι 1.000-1.200 ευρώ ανά στρέμμα.
Η ροδιά μπορεί να μπει σε καρποφορία από το 3ο ή το 4ο έτος μετά την εγκατάστασή της, ενώ σε πλήρη παραγωγή φθάνει μετά το 7ο-8ο έτος. Κατά την πλήρη παραγωγή της αποδίδει 2,5-3,0 τόνους /στρέμμα εμπορεύσιμο ρόδι και σε μερικές περιπτώσεις μεγαλύτερη.
Η ωρίμανση των καρπών της ροδιάς γίνεται την περίοδο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου ανάλογα με την ποικιλία.
Η συγκομιδή των ροδιών συνήθως αρχίζει όταν τα δένδρα έχουν φθάσει σε ηλικία 3-4 ετών. Η συγκομιδή συνήθως γίνεται στα τέλη του Σεπτεμβρίου έως στα μέσα Οκτωβρίου, ανάλογα βέβαια με την ποικιλία. Ενα φυτό σε ώριμη ηλικία παράγει περίπου 100 εμπορεύσιμους καρπούς. Η ωρίμανση των καρπών της ροδιάς κλιμακώνεται σε μία διάρκεια δύο μηνών.
Το κλίμα που ταιριάζει περισσότερο στην καλλιέργεια της ροδιάς είναι το υποτροπικό. Η ροδιά ευδοκιμεί σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από μακρύ, θερμό και ξηρό καλοκαίρι.

Η ροδιά μπορεί να επιτύχει πολύ καλές παραγωγές εφόσον στις περιοχές αυτές η θερμοκρασία κατά τη διάρκεια του έτους δεν πέφτει κάτω από τους -12C o. Η ροδιά παρουσιάζει μεγαλύτερη αντοχή στο ψύχος από ό,τι η ελιά και τα εσπεριδοειδή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του λήθαργου των οφθαλμών.
Η ροδιά δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις όσον αφορά τις ιδιότητες και τον τύπο του εδάφους.
Εντούτοις δίνει τα καλύτερα αποτελέσματα σε εδάφη που είναι: βαθιά, στραγγιζόμενα, μέσης συστάσεως τα οποία έχουν ικανοποιητική περιεκτικότητα σε οργανική ουσία και ρΗ 5,5-7,0.
Η ροδιά είναι ένα φυτό που παρουσιάζει μία σχετική αντοχή στην ξηρασία, η παραγωγή της όμως μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά από την έλλειψη του αρδευτικού νερού. Δεν πρέπει να καλλιεργηθεί η ροδιά σαν ξερική καλλιέργεια. Η ροδιά είναι ένα φυτό που αντέχει στην αυξημένη αλατότητα του νερού αρδεύσεως.
Η καλύτερη εποχή για το φύτεμα των δενδρυλλίων είναι στα τέλη του χειμώνα με τις αρχές της άνοιξης. Η φύτευση γίνεται με δενδρύλλια ηλικίας δύο ετών. Συνήθως φυτεύονται 50-100 δέντρα ανά στρέμμα σε αποστάσεις μεταξύ των γραμμών τέτοιες, ώστε να διευκολύνονται οι διάφορες εργασίες συντήρησης της φυτείας.

ΟΙ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΦΥΤΟΥ
Υπάρχουν πάρα πολλές ποικιλίες ροδιάς. Οι ποικιλίες της ροδιάς ανάλογα με ορισμένα κριτήρια διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες.
Οι ποικιλίες της ροδιάς, ανάλογα με την περιεκτικότητα του χυμού τους σε οξέα, διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: α). Γλυκές, ημίγλυκες και ξινές ποικιλίες:
Ενας άλλος τρόπος διάκρισης των ροδιών είναι σύμφωνα με τον τόπο προέλευσής τους. Στην Ελλάδα οι καλλιεργούμενες ποικιλίες φέρονται πολλές φορές στην αγορά με το όνομα του τόπου προέλευσης χωρίς να γίνεται άλλη διάκριση.
Η ποικιλία που τα τελευταία χρόνια καλλιεργείται εντατικά στη χώρα μας είναι η αμερικανική ποικιλία «Wonderfull». Η ποικιλία αυτή είναι η πιο γνωστή ποικιλία ροδιάς παγκοσμίως.
ΠΟΥ ΘΑ ΑΠΕΥΘΥΝΘΩ
Εταιρεία γεωργικών συμβούλων SymAgro
Γεωπόνος Κάσσανδρος Γάτσιος
Τηλ.: 26510 07653
Email: info@symagro.com

Η αξία της ροδιάς
Χρησιμοποιείται από τρόφιμο και ποτό έως φάρμακο και καλλυντικό
Τα ρόδια καταναλώνονται κατά προτίμηση νωπά ή σαν αναψυκτικός χυμός ή σαν σιρόπι ροδιού (γρεναδίνη) ή σαν αλκοολούχα ποτά που παράγονται μετά από μεταποίηση. Επίσης χρησιμοποιούνται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική. Τα ρόδια ανάλογα με το ποσοστό σακχάρων που περιέχουν κατατάσσονται σε δύο μεγάλες ομάδες:
Τα ρόδια που περιέχουν γλυκούς σπόρους και τα οποία καταναλώνονται ως επιτραπέζιοι καρποί και εκείνα που περιέχουν γλυκόξινους σπόρους και χρησιμοποιούνται στη μεταποίηση με σκοπό την παραγωγή χυμών ή γρεναδίνης ή αλκοολούχων ποτών. Μερικά μέρη του φυτού της ροδιάς χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία για την επεξεργασία των δερμάτων λόγω της αυξημένης περιεκτικότητάς τους σε τανίνη. Ο φλοιός του καρπού είναι και φαρμακευτικός και βαφικός για τη βαφή μάλλινων και μεταξωτών νημάτων. Η πούλπα των καρπών της ροδιάς χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή ιατρική πολλών λαών της Μεσογείου.
Τα άνθη της είναι φαρμακευτικά και ο φλοιός της ρίζας χρησιμοποιείται από την παραδοσιακή ιατρική, εναντίον της ταινίας. Οι ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες των καρπών της ροδιάς τους καθιστούν βασικούς παράγοντες της βιομηχανίας φαρμάκων και της βιομηχανίας παραγωγής καλλυντικών κυρίως για την παραγωγή προϊόντων που αφορούν τη φροντίδα του δέρματος των ανθρώπων, αλλά και προϊόντων προστασίας του δέρματος από τον καρκίνο. Οι κυριότερες αντιοξειδωτικές ουσίες που υπάρχουν στα ρόδια είναι: τα φλαβονοειδή, οι τανίνες και το ελλαγικό οξύ. Το σύνολο των αντιοξειδωτικών που περιέχει κάθε τρόφιμο μετράται με βάση τον δείκτη ORAC. Σύμφωνα με τους ειδικούς συνιστάται οι ημερήσιες τροφές που καταναλώνει ένα ενήλικο άτομο, να περιέχουν τουλάχιστον 3.000 μονάδες ORAC. Τα 100 g καρπών ροδιού περιέχουν 3.200 μονάδες ΟRAC.
Η πλούσια περιεκτικότητα του χυμού της ροδιάς σε πολυφαινόλες, κυρίως σε κηκιδικό οξύ, δίνει τη δυνατότητα σε πολλούς ερευνητές να θεωρούν ότι το ρόδι έχει πολλές αντικαρκινικές δράσεις.
ΤΑ ΟΦΕΛΗ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ
Το ρόδι είναι μία μεγάλη πηγή χαλκού για τον οργανισμό του ανθρώπου, ενώ είναι πλούσιο σε βιταμίνες Α, Β, C και σε ανόργανα στοιχεία: φωσφόρο, ασβέστιο, μαγνήσιο, κάλιο, χαλκό, σίδηρο, μαγγάνιο, πυρίτιο, νάτριο, θείο, ψευδάργυρο κλπ.
Η τακτική κατανάλωση χυμού ροδιού μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της δημιουργίας αθηροματικών πλακών στις αρτηρίες και της εμφάνισης υψηλής αρτηριακής πίεσης. Ο χυμός του ροδιού βοηθά τον οργανισμό στη διατήρηση σε κανονικά επίπεδα της αρτηριακής πίεσης.




Η ΚΟΡΟΜΗΛΙΑ

Κορομηλιά
Αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό η κορομηλιά ανήκει στο γένος Προύμνη (Prunus), στην οικογένεια των Ροδοειδών (Rosaceae).
Είναι γνωστή και με την ονομασία τζανεριά και τζαρνικιά. Η καταγωγή της είναι από τις Μεσογειακές περιοχές όπου τις καλλιεργούσαν πριν 2000 χρόνια. Σήμερα βρίσκεται και καλλιεργείται σε πολλές περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας.
Το δέντρο φτάνει σε ύψος τα 12 μέτρα , έχει μεγάλα οδοντωτά φύλλα που εναλλάσσονται και χνουδωτά παράφυλλα. Τα άνθη της είναι λευκά, σχηματίζουν ταξιανθίες και μοιάζουν με αυτά της βερικοκιάς και της αμυγδαλιάς, τα δε κλαδιά της όταν είναι τρυφερά, είναι τριχωτά.
Ο καρπός της κορομηλιάς είναι το κορόμηλο. Ο πολλαπλασιασμός της γίνεται με εμβολιασμό, κυρίως της αμυγδαλιάς, αλλά και με σπορά. Είναι ανθεκτική στο ψύχος, ακόμα και στους ανοιξιάτικους παγετούς. Εάν κοπούν οι παραφυάδες τότε ευνοείται η γρήγορη ανάπτυξη του φυτού αλλά εξασθενίζει κιόλας και είναι επικίνδυνο να ξεραθεί. Οι ρίζες της είναι επιπόλαιες και έτσι μπορεί να φυτευτεί και σε ρηχά εδάφη, ακόμα και σε γλάστρες. Ο κορμός της βγάζει όταν τραυματιστεί μία κολλώδη ουσία σαν ρετσίνι, χρώματος κίτρινου ή πορτοκαλιού το οποίο προσελκύει πολλά έντομα.
Δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητικό φυτό και γενικά είναι σκληραγωγημένο έτσι γίνεται και υποκείμενο εμβολιασμού για μεγάλη ποικιλία οπωροφόρων δέντρων. Προτιμά τη μοναξιά και όχι τις συστοιχίες δέντρων. Αποδίδει καρπούς πολύ νωρίς, μόλις από τον τρίτο χρόνο της ζωής της.
Ένα είδος κορομηλιάς είναι και η μπουρνελιά που βγάζει τους πιο νόστιμους, αρωματικούς και μεγαλύτερους σε μέγεθος καρπούς τις μπουρνέλες.
Η κορομηλιά είναι είδος φυτού του γένους προύνος, το οποίο περιλαμβάνει πολλά οπωροφόρα δέντρα. Αυτά, σύμφωνα με τη συστηματική κατάταξη, αποτελούν ιδιαίτερα γένη. Χαρακτηρίστηκε από τον Λινναίο αρχικά ως ξεχωριστό είδος, νεότερες όμως απόψεις τη θέλουν υποείδος του είδους Προύμνη η οικιακή (Prunus domestica), που είναι η δαμασκηνιά και ονομάζεται Προύμνη η οικιακή, υποείδος εμβόλιμος. Ευδοκιμεί σε διάφορα κλίματα και σε ορεινά ή πεδινά εδάφη.

Περιγραφή

Είναι φυλλοβόλο δέντρο και ο καρπός του είναι δρύπη, σχεδόν σφαιρική, με λείο εξωκάρπιο και κίτρινο , κόκκινο ή ιώδες χρώμα. Έχει οδοντωτά φύλλα και μεγάλα λευκά άνθη, που εκπτύσσονται ανά δύο ή περισσότερα, πιο μπροστά από τα φύλλα. Τα άνθη έχουν πέντε σέπαλα και ισάριθμα πέταλα, ενώ οι στήμονες φτάνουν τους 30. Το μεσοκάρπιο είναι σαρκώδες και χυμώδες.

Ασθένειες

Η κορομηλιά προσβάλλεται από τις ίδιες ασθένειες με την αμυγδαλιά και την κερασιά . Επιπρόσθετα, εχθροί της είναι τα υμενόπτερα έντομα Οπλοκάμπη η μικρά (Hoplocampa minuta) και Οπλοκάμπη η κίτρινη (Hoplocampa flava) και μύκητες του γένους εξώασκος (Exoascus)

Ποικιλίες

  • Μηλοφόρος (maliformis) γνωστή κοινά με τις ονομασίες μιραμπέλλα (μπερικέτια)
  • Κηρώδης (ρεγκλότες, var. cereola)
Ταξινόμηση




  • Οικογένεια: Ροδοειδή (Rosaceae)
  • Υποοικογένεια: Προυμνοειδή (Prunoideae)
  • Γένος: Προύμνη (Prunus
  • Είναι γνωστή και με την ονομασία τζανεριά και τζαρνικιά. Η καταγωγή της είναι από τις Μεσογειακές περιοχές όπου τις καλλιεργούσαν πριν 2000 χρόνια. Σήμερα βρίσκεται και καλλιεργείται σε πολλές περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας.
    Το δέντρο φτάνει σε ύψος τα 12 μέτρα , έχει μεγάλα οδοντωτά φύλλα που εναλλάσσονται και χνουδωτά παράφυλλα. Τα άνθη της είναι λευκά, σχηματίζουν ταξιανθίες και μοιάζουν με αυτά της βερικοκιάς και της αμυγδαλιάς, τα δε κλαδιά της όταν είναι τρυφερά, είναι τριχωτά.
    Ο καρπός της κορομηλιάς είναι το κορόμηλο. Ο πολλαπλασιασμός της γίνεται με εμβολιασμό, κυρίως της αμυγδαλιάς, αλλά και με σπορά. Είναι ανθεκτική στο ψύχος, ακόμα και στους ανοιξιάτικους παγετούς. Εάν κοπούν οι παραφυάδες τότε ευνοείται η γρήγορη ανάπτυξη του φυτού αλλά εξασθενίζει κιόλας και είναι επικίνδυνο να ξεραθεί. Οι ρίζες της είναι επιπόλαιες και έτσι μπορεί να φυτευτεί και σε ρηχά εδάφη, ακόμα και σε γλάστρες. Ο κορμός της βγάζει όταν τραυματιστεί μία κολλώδη ουσία σαν ρετσίνι, χρώματος κίτρινου ή πορτοκαλιού το οποίο προσελκύει πολλά έντομα.
    Δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητικό φυτό και γενικά είναι σκληραγωγημένο έτσι γίνεται και υποκείμενο εμβολιασμού για μεγάλη ποικιλία οπωροφόρων δέντρων. Προτιμά τη μοναξιά και όχι τις συστοιχίες δέντρων. Αποδίδει καρπούς πολύ νωρίς, μόλις από τον τρίτο χρόνο της ζωής της.
    Ένα είδος κορομηλιάς είναι και η μπουρνελιά που βγάζει τους πιο νόστιμους, αρωματικούς και μεγαλύτερους σε μέγεθος καρπούς τις μπουρνέλες.
    Η κορομηλιά είναι είδος φυτού του γένους προύνος, το οποίο περιλαμβάνει πολλά οπωροφόρα δέντρα. Αυτά, σύμφωνα με τη συστηματική κατάταξη, αποτελούν ιδιαίτερα γένη. Χαρακτηρίστηκε από τον Λινναίο αρχικά ως ξεχωριστό είδος, νεότερες όμως απόψεις τη θέλουν υποείδος του είδους προύνος η οικιακή (Prunus Domestica), που είναι η δαμασκηνιά και ονομάζεται Προύνος η οικιακή, υποείδος εμβόλιμος. Ευδοκιμεί σε διάφορα κλίματα και σε ορεινά ή πεδινά εδάφη.


    Η καλλιεργεια της δαμασκηνιάς
    Η δαμασκηνιά καλλιεργείται ευρέως σε όλη την υφήλιο. Ανήκει στην οικογένεια Rosaceae, στο γένος Prunus,που περιλαμβάνει είδη από Ασία, Ευρώπη και Αμερική. Τα είδη με δενδροκομική σημασία είναι τα εξής: P. domestica, P. salicina, P. cerasifera, P. insititia, P. spinosa, P. alleghaniesa, P. americana κ.α.
    Απαιτήσεις σε κλίμα-έδαφος
    Η δαμασκηνιά μπορεί να ευδοκιμήσει επί διαφόρων τύπων εδαφών, αλλά αποδίδει καλύτερα σε βαθιά, ελαφρά, ασβεστώδη και μέσης σύστασης εδάφη, που αποστραγγίζονται καλά. Ανέχεται βαρύτερα εδάφη από τα πιο πολλά πυρηνόκαρπα, εκτός αν έχει ως υποκείμενο τη ροδακινιά.
    Θεωρείται ευαίσθητη στους ισχυρούς ανέμους και γι’ αυτό θα πρέπει να αποφεύγονται οι περιοχές εκείνες που είναι εκτεθειμένες σε διαρκείς και σφοδρούς ανέμους.
    Η δαμασκηνιά προσαρμόζεται εύκολα και ευδοκιμεί ικανοποιητικά σε ευρεία ποικιλία κλιματικών και εδαφικών συνθηκών.
    Η ψηλή ατμοσφαιρική υγρασία και οι πολλές βροχοπτώσεις κατά την περίοδο της ανθοφορίας της δαμασκηνιάς την άνοιξη, αποτελούν δυσμενείς παράγοντες για τη καλλιέργειά της, γιατί ευνοούν την ανάπτυξη της μονίλιας. Συνεπώς περιοχές με πολύ υγρή άνοιξη θεωρούνται ακατάλληλες για την καλλιέργεια της δαμασκηνιάς και πρέπει να αποφεύγονται.
    Πολλαπλασιασμός
    Η δαμασκηνιά πολλαπλασιάζεται με ενοφθαλμισμό με όρθιο Σ πάνω σε υποκείμενα σπορόφυτα (μυροβαλάνου, ροδακινιάς, βερικοκιάς και αμυγδαλιάς) ή κλώνους ηλικίας 1 έως 2 χρόνων. Ο ενοφθαλμισμός μπορεί να γίνει την άνοιξη, το καλοκαίρι (μέσα Ιουλίου) και το φθινόπωρο (αρχές Σεπτεμβρίου).
    Ο ενοφθαλμισμός την άνοιξη γίνεται μόλις αρχίσει να αποκολλάται εύκολα ο φλοιός του υποκειμένου με κοιμώμενο οφθαλμό από εμβολιοφόρους βλαστούς, που κόπηκαν έγκαιρα και διατηρήθηκαν κατάλληλα συσκευασμένοι σε θερμοκρασία 30 έως 40 C. Σαν πιο κατάλληλη όμως εποχή θεωρείται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο με ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες, περίοδοι, που εξασφαλίζουν και τα κατάλληλα εμβόλια. Το παραγόμενο δενδρύλλιο συνήθως διατίθεται ως μονοετές την επόμενη χρονιά, τέλη φθινοπώρου, ή ως διετές τη μεθεπόμενη χρονιά κατά τη ν ίδια περίοδο.
    Τα κλωνικά υποκείμενα πολλαπλασιάζονται σχετικά εύκολα με ξυλοποιημένα χειμερινά μοσχεύματα, με φυλλοφόρα μοσχεύματα και με την τεχνική in vitro.
    Υποκείμενα σπορόφυτα: Τα υποκείμενα αυτά παράγονται από σπόρο. ΢υνήθως χρησιμοποιούνται σπόροι μυροβολάνου (P. cerasifera), δαμασκηνιάς, κορομηλιάς και ροδακινιάς (Levell, Nemaquard, Elberta, κ.α.) και ελάχιστες φορές βερικοκιάς και αμυγδαλιάς. Τα σπορόφυτα ροδακινιάς, βερικοκιάς και αμυγδαλιάς δε συνηθίζονται πια και δε συνιστώνται εκτός από ειδικές περιπτώσεις.
    Υποκείμενα κλωνικά: Marianna 2624, Myrobolan 29C, Myrobolan B, Brompton, St. Julien A, Pershore, St. Julien GF 355/2, Damas 1869 ή GF 1869, Pixy, P. angustifolia, Prunus besseyi
    Λίπανση
    Η εμπειρική λίπανση κατά στρέμμα είναι της τάξης 10-15 μονάδες για το άζωτο (σαν θειϊκή αμμωνία 50-75 χιλιογρ. λιπάσματος, 5-10 μονάδες για το φώσφορο (σαν υπεροφωσφορικό 25-50 χιλιογρ. λιπάσματος) και 15-20 μονάδες για το κάλι (σαν θεϊκό κάλι 30-40 χιλιογρ. λιπάσματος) και κάθε δυο χρόνια για το φώσφορο και το κάλι, όταν τα εδαφικά αποθέματα είναι ανεπαρκή. Η προσθήκη των λιπαντικών στοιχείων συνίσταται να γίνεται χρονικά.
    Εγκατάσταση φυτείας
    Η φύτευση των δενδρυλλίων γίνεται από το Νοέμβρη, μόλις συμπληρωθεί η φυλλόπτωση, μέχρι τις αρχές της άνοιξης, προτού εκπτυχθούν οι οφθαλμοί και πάντοτε με ευνοϊκές εδαφοκλιματικές συνθήκες.
    Η απόσταση φύτευσης εξαρτάται από τη ζωηρότητα της ποικιλίας και του υποκειμένου, και τη γονιμότητα του εδάφους. Συνήθως κυμαίνονται από 6 έως 7 μέτρα για τα ελεύθερα σχήματα μόρφωσης και 3 έως 4 μέτρα για τα γραμμοειδή σχήματα μόρφωσης. Τελευταία άρχισαν να διαδίδονται τα συστήματα πυκνής φύτευσης (100 έως 200 δένδρα ανά στρέμμα) με τη διάδοση και χρησιμοποίηση του υποκειμένου Pixy.
    Συγκομιδή
    Η συγκομιδή των καρπών που προορίζονται για νωπή κατανάλωση γίνεται με το χέρι, ενώ όταν πρόκειται για αποξήρανση συγκομίζονται με δονητές.
    Συνήθως η συλλογή διενεργείται σε 2 έως 4 χέρια, κατά προτίμηση τις πρωινές ώρες και με μεγάλη προσοχή , ώστε να διατηρηθεί ο ποδίσκος του καρπού και το λεπτό χνούδι που τον καλύπτει.
    Αποδόσεις
    Η δαμασκηνιά εισέρχεται σε αξιόλογη καρποφορία από τον 3ο-5ο χρόνο της ηλικίας της. Η παραγωγική ζωή της υπολογίζεται σε 30-40 χρονιά.
    Μέση απόδοση καρπών: 2,5-3 τόνους/ στρέμμα (σε πλήρη παραγωγή)
    Περίοδος συγκομιδής: Ιούλιος-Σεπτέμβριος (ανάλογα με την ποικιλία και την περιοχή).
    Στην Ελλάδα καλλιεργείται, κυρίως, η ποικιλία Σκοπελίτικη και τα δαμάσκηνα που παράγονται προορίζονται για ξήρανση.
    Οι κύριες περιοχές καλλιέργειας είναι η Θεσσαλία, το νησί Σκόπελος , η Στερεά Ελλάδα, η Μακεδονία και η Θράκη.
    Ευεργετικές ιδιότητες
    Η δαμασκηνιά καλλιεργείται για τους καρπούς της, που τρώγονται νωποί ή αποξηραμένοι. Σα ξηρά δαμάσκηνα προσφέρουν βιταμίνες και μέταλλα που είναι ζωτικής σημασίας για την υγεία και τον μεταβολισμό. Αποτελούν πλούσια πηγή αντιοξειδωτικών βιταμινών όπως η βιταμίνη Α που βοηθά στην όραση και στην υγεία του δέρματος και η βιταμίνη C που είναι απαραίτητη για την ανάπλαση των ιστών. Περιέχουν, επίσης, σημαντικές ποσότητες μετάλλων και ιχνοστοιχείων δηλαδή σίδηρο, χαλκό, κάλιο και σελήνιο.
    Κλάδεμα
    και επικονίαση

    Σα επικρατέστερα σχήματα μόρφωσης είναι το κυπελλοειδές και η αμφίπλευρη παλμέττα.
    Η πιο ιδεώδης μέθοδος είναι το αρκετά αυστηρό κλάδεμα για να εκπτυχθεί νέα βλάστηση και να αφαιρεθεί μερικό καρποφόρο ξύλο. Με αυτό τον τρόπο η παραγωγή θα μειωθεί σε βαθμό που συντελέσει στην απόκτηση καρπών ικανοποιητικού μεγέθους και στη διατήρηση της ζωηρότητας του δένδρου.
    Δε θα πρέπει η αυστηρότητα του κλαδέματος να υπερβαίνει κάποιο όριο πέρα από το οποίο θα έχει αρνητική επίδραση στην παραγωγή.
    Το αυστηρό κλάδεμα συνίσταται σε ολοκληρωτική αφαίρεση των λαιμάργων, σε σχετικά αυστηρό αραίωμα των κλάδων και του καρποφόρου ξύλου σε όλη την κόμη του δένδρου (στους κλάδους προς την κορυφή της κόμης αφήνονται μόνον ένας ή δυο βλαστοί κατά κλάδο, που συντέμνονται σε κάποια πλάγια βλάστηση) και σε αυστηρή επιβράχυνση της αδύνατης βλάστησης.
    Επικονίαση
    Η παραγωγή θεωρείται πολύ ικανοποιητική όταν καρποδέσει το 15-20% των ανθέων. Αυτό επισυμβαίνει μόνον όταν εξασφαλιστούν οι κατάλληλοι επικονιαστές και ο παράγοντας μέλισσα.
    Γενικά ενδείκνυται, για την εξασφάλιση ικανοποιητικής παραγωγής, η συγκαλλιέργεια δυο τουλάχιστον ποικιλιών συνανθουσών του ίδιου είδους.



    ΥΠΑΑΤ

    Βιβλιογραφία
    Ποντίκης Κ., 1987. Ειδική Δενδροκομία

    Σχετικά με την κυδωνιά


     Στη χώρα µας παράγονται περίπου 10.000 τόνοι κυδώνια, που δεν επαρκούν για την εσωτερική κατανάλωση και εισάγονται κυρίως από την Τουρκία σηµαντικές ποσότητες. Η κυδωνιά ευδοκιµεί σε εδάφη µέσης σύστασης, αµµοπηλώδη, που δεν νεροκρατούν αλλά είναι νοτερά και φτωχά σε ασβέστιο. Η κυδωνιά είναι επιπολαιόριζο φυτό και µπορεί να ευδοκιµήσει και σε αβαθή αλλά ποτιστικά χωράφια. Ενδεικνυόµενα συστήµατα καλλιέργειας θεωρούνται οι κανονικοί δενδρώνες, µε διαµόρφωση των δένδρων σε κύπελλο. Η κυδωνιά προσφέρεται επίσης για καλλιέργεια σε πυκνές φυτεύσεις και διαµόρφωση των δένδρων σε παλµέτα, που σε πολλές περιπτώσεις δίνει καλύτερα αποτελέσµατα. Τα δένδρα χρειάζονται ετήσιο κλάδευµα καρποφορίας, φυτοπροστασία και κανονικές λιπάνσεις για βελτίωση ποιότητας παραγόµενων καρπών, αύξηση παραγωγικότητας των δένδρων και περιορισµό φαινοµένου της παρενιαυτοφορίας, που στην κυδωνιά εµφανίζεται πιο έντονα από τη µηλιά. Καλύτερα αποτελέσµατα επιτυγχάνονται, εάν υπάρχει η δυνατότητα να γίνουν δύο έως τρεις θερινές αρδεύσεις. Υπάρχουν διάφοροι τύποι κυδωνιάς, όπως: ● Μηλόµορφες, ποικιλίες Champion, Maliforme Tencara, Mollesca, Ronda, ● Απιόµορφες, ποικιλίες Del Portogallo, Di Smyrne, Di Leskovatz, ● Γίγαντες, ποικιλία Gigante di Vranja. Οι περισσότερες ποικιλίες κυδωνιάς είναι αυτόστειρες, γι’ αυτό και πρέπει να φυτεύονται µε κατάλληλους επικονιαστές.
    Παθογόνο αίτιο: Erwinia amylovora (burill) Winslow et al. Εμφάνιση και σημασία: Το κοινό όνομα της ασθένειας είναι βακτηριακό κάψιμο. Το όνομα υποδηλώνει την σοβαρότητα της μόλυνσης και την γρήγορη διάδοση. Το παθογόνο μπορεί να καταστρέψει ένα πλήρως ανεπτυγμένο και υγιές δένδρο μηλιάς σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα – συχνά και μέσα σε ένα μήνα. Επιπλέον η μόλυνση μπορεί να εξαπλωθεί σαν πυρκαγιά σε πολλά εκτάρια γης. Κατά την διαδικασία της εξάπλωσης το παθογόνο προσβάλει τόσο καλλιεργούμενα όσο και αυτοφυή φυτά που ανήκουν στην οικογένεια Rosaceae για παράδειγμα τα είδη Malus, Pyrus, Cydonia, Cotoneaster, Crategus, Pyracanta, Sorbus. Η ασθένεια είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνη από την στιγμή που: - το παθογόνο εξαπλώνεται πολύ γρήγορα στο φυτό – ξενιστή. - Το κλίμα και οι καιρικές συνθήκες είναι ευνοϊκές για το παθογόνο. - Η ασθένεια αυξάνει το κόστος παραγωγής και καταστρέφει την καλλιέργεια και την έκταση. - Τα μέσα αποτελεσματικού ελέγχου είναι περιορισμένα. Το βακτηρίδιο επιζεί το χειμώνα κυρίως στις ελκώδεις πληγές των δέντρων, μερικές φορές στους οφθαλμούς. Ενεργοποιείται κατά τη διάρκεια της περιόδου άνθισης. Το παθογόνο διαδίδεται από το πολλαπλασιαστικό υλικό, τους καρπούς, τα έντομα - ακόμη και μέλισσες - τα πουλιά, τον αέρα, την βροχή, τη γύρη και την ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως τα εργαλεία καλλιέργειας και η άρδευση. Η διάδοση της μόλυνσης επιταχύνεται σημαντικά εάν κατά τη διάρκεια της άνθισης συνυπάρχουν υψηλή υγρασία, (75%), η υψηλή θερμοκρασία (18-25 °C) και παρουσία νερού. Τα παθογόνα βακτηρίδια εγκαθίστανται στο στίγμα και πολλαπλασιάζονται. Το βακτηρίδιο προωθείται μέσω του μίσχου στους κλαδίσκους και τους κλάδους και προκαλεί τις δευτεροβάθμιες και περαιτέρω μολύνσεις στους νέους βλαστούς, τα φύλλα, την δευτερεύουσα γενιά ανθέων και τους πρώτους καρπούς. Συμπτώματα και εξέλιξη της ασθένειας: Κατά την διάρκεια την βλάστησης, αρχικά μπορούν να φανούν τα πρώτα συμπτώματα από την μόλυνση των ανθέων. Στα σέπαλα στους μίσχους των λουλουδιών εμφανίζεται βακτηριακή κολλώδης ουσία, τα λουλούδια εξασθενούν και τα προκαταρκτικά φρούτα γίνονται μαύρα αλλά παραμένουν στο δέντρο. Τα μολυσμένα και νεκρά φρούτα μουμιοποιούνται στο δένδρο. Το πάνω μέρος των νέων – όχι ακόμα ξυλοποιημένων βλαστών, εξασθενεί και κυρτώνει παίρνοντας την μορφή που έχει η γκλίτσα του τσοπάνου. Τα καφετιά ή μαύρα προσβεβλημένα φύλλα δεν πέφτουν από τους βλαστούς ή τα κλαδιά. Στην περίπτωση έντονης μόλυνσης στα κλαδιά και στους μίσχους τον ευπρόσβλητων ειδών, εκκρίνεται άφθονη βακτηριακή κολλώδης ουσία. Η μόλυνση στους μίσχους ή στην βάση της ρίζας προκαλεί την διαίρεση του φλοιού, ελκώδεις πληγές και καφεκόκκινο αποχρωματισμό των ξυλωδών μερών. Οι ιστοί του φλοιού του μολυσμένου δένδρου γίνονται σκούροι με βαθουλώματα και αργότερα μαραίνονται. Οι μολυσμένοι καρποί μαραίνονται και μουμιοποιούνται, γίνονται μαύροι και παραμένουν στο δένδρο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το βακτηριακό έκκριμα έχει μορφή σταγόνων γάλακτος που αργότερα γίνονται καφέ με την επίδραση του αέρα και σχηματίζονται μεγάλες σταγόνες. Το βακτήριο τελικά προτιμά μαλακούς ιστούς, υψηλή υγρασία και υγρές συνθήκες. Ο κύκλος της ασθένειας: Το βακτηριακό έκκριμα που περιέχει βακτήρια εμφανίζεται την περίοδο της άνθισης. Το βακτήριο που αναπτύσσεται μέσα στο άνθος εισέρχεται στους ιστούς. Τα παραγόμενα ένζυμα διαλύουν το κυτταρικό τοίχωμα και την πηκτίνη των κυττάρων. Στους ιστούς σχηματίζονται βαθουλώματα που είναι γεμάτα από βακτηριακά κύτταρα μήκους 1-2 mms που συχνά σχηματίζουν χωριστές αποικίες μεγέθους 3-5 mms. Το βακτήριο προσβάλλει μόνο ενεργά αναπτυσσόμενα φυτά αλλά μπορεί να ενεργοποιηθεί στους νεκρούς ιστούς ακόμα μετά από διάστημα δύο ετών. Έλεγχος: Το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα για την προστασία – εκτός από την πρόληψη- είναι η έγκαιρη αναγνώριση της ασθένειας. Στην περίπτωση του βακτηρίου Erwina amylovora , η αλήθεια είναι ότι μόνο ένας συνδυασμός προστατευτικών εφαρμογών μπορεί να φέρει κάποια αποτελέσματα (αγροτεχικά στοιχεία, υγιεινή κατάσταση των φυτών, παραγωγή ανθεκτικών και ανεκτικών ειδών, χημικός και βιολογικός έλεγχος) Τα μολυσμένα μέρη των φυτών πρέπει να απομακρύνονται άμεσα και να καίγονται. Τα ψαλίδια κλαδέματος πρέπει να απολυμαίνονται μετά από κάθε κλάδεμα με διάλυμα 10% Hypo. Μία μέθοδος προστασίας μπορεί να είναι ο περιορισμός της υπερβολικής λίπανσης (κυρίως του αζώτου). Η ποικιλία των χημικών που χρησιμοποιούνται για την προστασία είναι ελάχιστα. Χημικά που περιέχουν χαλκό, κάποια αντιβιοτικά, (κυρίως streptomicin, δευτερευόντως oxytetraciclin), περιστασιακά χημικά που περιέχουν flumenique και aluminium-fosetil μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Η εφαρμογή των παρασιτοκτόνων αυτών περιορίζεται αυστηρά σε πολλές χώρες. Ο ακριβής χρόνος επέμβασης που βασίζεται σε προβλέψεις είναι πιο αποτελεσματικός επειδή χρησιμοποιούνται λιγότερα αντιβιοτικά, και είναι πιο οικονομικός. Απουσία στοιχείων πρόβλεψης, το πρόγραμμα προστασίας θα πρέπει να εφαρμόζεται 2-4 φορές κατά την διάρκεια της άνθισης.
     Γιατί πέφτουν τα κυδώνια


    Για όλα φταίει η καρπόκαψα! Έκανε επίθεση στην κυδωνιά σου και σκουληκιάσανε τα κυδώνια! Η καρπόκαψα είναι ένα γκριζοκαφέ πεταλουδάκι, μήκους ενός εκατοστού και αποτελεί σοβαρό εχθρό της κυδωνιάς, της μηλιάς, της αχλαδιάς, της καρυδιάς και της βερυκοκιάς καθώς προκαλεί σημαντικές ζημιές στους οπορώνες.
    Η καρπόκαψα διαχειμάζει με την μορφή αναπτυγμένης κάμπιας σε σχισμές του φλοιού των κλάδων ή του κορμού των δέντρων. Κατά τον Απρίλη οι κάμπιες γίνονται πεταλουδάκια και αφήνουν τα αυγά τους στα φύλλα, στους μικρούς νεαρούς βλαστούς ή στους μικρούς καρπούς της κυδωνιάς. Η κάμπια μόλις ξεμυτίσει από το αυγό προχωράει και μπαίνει στον νεαρό καρπό, κατευθύνεται προς το κέντρο του, όπου τρώει τους τρυφερούς σπόρους και τη σάρκα του κυδωνιού.
    Για να μεγαλώσει η προνύμφη δεν της φτάνει ένα μικρός καρπός και γι’ αυτό προσβάλλει και δεύτερο καρπό. Οι προσβεβλημένοι καρποί σκουληκιάζουν και πέφτουν πρόωρα ή υποβαθμίζονται ποιοτικά και είναι ακατάλληλοι για φάγωμα ή για εμπορία.    
    Για τη βιολογική καταπολέμηση της καρπόκαψας, θα πρέπει να κάνουμε τα εξής:
    Χρησιμοποιούμε φερομονικές παγίδες (προσελκύουν τα αρσενικά) για την παρατήρηση των πτήσεων του εντόμου κατά την περίοδο του Απριλίου. Όταν δούμε πάνω από 5 πεταλουδάκια στην παγίδα, γύρω στον Μάϊο, πραγματοποιούμε 2-3 ψεκασμούς με βιολογικό σκεύασμα βάκιλου Θουρηγγίας ανά 15 μέρες.
    Υπενθυμίζουμε ότι ο βάκιλος Θουρηγγίας είναι βιολογικό σκεύασμα για κάμπιες, ακίνδυνο για εμάς αλλά και για τα ωφέλιμα εντομα του κήπου μας. Φερομονικές παγίδες και Βάκιλο Θουρηγγίας θα τα αναζητήσετε σε γεωπονικά καταστήματα.
    * Επισκεφθείτε στο facebook τη σελίδα "Tα Μυστικά του Κήπου" που επιμελείται ο Κώστας Λιονουδάκης.

    Η τζιτζιφιά.
    Ζιζυφος (Zizyphus), Αγγλιστί (jujube-tree), Γαλλιστί (jujubier),
    Οικογενεια : Ραμνίδες (Rhamnaceae)
    Κοινό όνομα : τζιτζιφιά
    Το όνομα του φυτού είναι Αραβικής καταγωγής, αναφέρεται δε το πρώτον εις την ελληνικήν περί τα τέλη του Α΄μ.χ αιώνος, υπό του Διδύμου ( γεωπονικά 10,3,4) ( Λεξικό Π.Γ.Γεννάδιου 1914).
    Η Τζιτζιφιά μικρό καρποφόρο δέντρο του οποίου η επιστημονική ονομασία είναι Ζίζυφος η κοινή (Zizyphus sativa) κατάγεται από την Κίνα και καλλιεργείται στις μεσογειακές χώρες από την αρχαιότητα. Κατά τον Γεννάδιο απαντώνται αυτοφυόμενα η καλλιεργούμενα είδη. Ζίζυφος ο Λωτός, Ζίζυφος ο κεντροφόρος, Ζίζυφος η κοινή «( Z. Lotus , Z. Spina Christi & Z. Vulgaris - Sativa).
    Αξιόλογον είναι το είδος Zizyphus Jujuba Lab. Ιθαγενές της Σινικής θεραπευόμενον ευρέως είς τας θερμάς υποτροπικάς ευκράτους περιοχάς και παρ΄υμιν εις Ιονίους νήσους προς κόσμον και δια τους εύγευστους μεγαλυτέρους της εδώδίμου Ζιζύφου καρπούς. Άλλα είδη είναι η Zizyphus joazeri ,Zizyphus giraldii, Zizyphus oxyphylla, Zizyphus rigosa, (Λεξικό Δ.Καββάδα τόμος IV σελ. 1582).

    Το είδος Zizyphus Lotus (Ζίζυφος ο Λωτός), Πάλιουρον εν Λιβύη το ονομάζει ο Θεόφραστος, χρησιμοποιείτο ως τροφή των Λωτοφάγων κατά την Ομηρική εποχή.
    Χρειάζεται εύκρατο θερμό κλίμα γι’αυτό στις βόρειες περιοχές θα πρέπει να φυτεύεται σε πολύ προφυλαγμένα μέρη. Πρόκειται για φυλλοβόλο δέντρο με συστραμμένο κορμό και κλαδιά καθώς και μικρά ωοειδή γυαλιστερά και δερματώδη φύλλα με αγκαθωτά παράφυλλα. Τα λουλούδια κιτρινωπά και ασήμαντα ανοίγουν στα τέλη της ανοίξεως. Οι μικροί καρποί που μοιάζουν κάπως με τις ελιές είναι δρύπες με παχιά και σαρκώδη σάρκα η οποία έχει υπόξινη γεύση. Το χρώμα των καρπών οι οποίοι είναι γνωστοί σαν τζίτζιφα στην αρχή είναι πράσινο αργότερο κίτρινο και τέλος κατά την ωρίμανση (Σεπτέμβριο-Οκτώβριο) κοκκινωπό ή καστανό.
    Τεχνική της καλλιέργειας
    Η τζιτζιφιά αναπτύσσεται καλά στις περιοχές με εύκρατο-θερμό κλίμα. Φυτεύεται το φθινόπωρο σε βαθιά, ελαφριά, στεγνά αλλά όχι αργιλώδη εδάφη και σε μέρη προφυλαγμένα από το κρύο και τους ανοιξιάτικους παγετούς. Είναι ένα δέντρο με πολύ αργή ανάπτυξη που φτάνει την πλήρη παραγωγή γύρω στην ηλικία των 15χρόνων.
    Πολλαπλασιασμός
    Η τζιτζιφιά είναι ένα δέντρο με πολλές παραφυάδες οι οποίες κόβονται το φθινόπωρο και φυτεύονται σε φυτώριο όπου αφήνονται ώσπου να φτάσουν το ύψος του 1-1,5μ. Μπορεί επίσης να πολλαπλασιαστεί και με σπόρο αλλά στην περίπτωση αυτή θα περάσουν αρκετά χρόνια για να μπεί το δέντρο σε παραγωγή.

    Συγκομιδή και διατήρηση
    Τα τζίτζιφα συγκομίζονται όταν είναι τελείως ώριμα. Μπορούν να καταναλωθούν νωπά ή αφού ξεραθούν στον ήλιο : με την αποξήρανση η σάρκα χάνει την ξινωπή της γεύση και γίνεται πιο γλυκιά. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μαρμελάδες. Στην ιατρική χρησιμοποιούνται για την Παρασκευή καταπραϋντικών.

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΚΙΑ



    Ο εξαγωγικός χαρακτήρας της καλλιέργειας αποτελεί δέλεαρ για αρκετούς παραγωγούς της χώρας μας, δεδομένου του ότι σαν προϊόν βαδίζει σε… δύο δρόμους.
    Διατίθεται ως νωπό κυρίως μεμονωμένα από τους παραγωγούς και ως ξερό που τυποποιείται και κατά μεγαλύτερο μέρος εξάγεται. Και μπορεί η «ελεύθερη» διάθεση, με τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης από την πλευρά του παραγωγού να δίνει κατά περίπτωση υψηλότερη τιμή, ωστόσο οι «έξυπνοι» καλλιεργητές προτιμούν το ξερό σύκο. 
    Είναι εύκολη καλλιέργεια, με μηδενικού κόστους καλλιεργητικές φροντίδες, ενώ η παραδοσιακή διαδικασία της ξήρανσης δίνει υπεραξία στο προϊόν και ενισχυμένο εισόδημα στον παραγωγό. Απαιτεί απλά αναμονή από τον καλλιεργητή να ωριμάσουν τα σύκα, να ξεραθούν πάνω στο δέντρο, να αφεθούν να πέσουν και τελικά να πάρουν τον δρόμο της τυποποίησης.
    Η Συκιά είναι πολύτιμο δένδρο για τη χώρα μας. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλες τις πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές της χώρας μας, με φύτευση κατάλληλων ποικιλιών και να αξιοποιήσει ξηροθερμικές περιοχές και ασβεστούχα εδάφη, τα οποία δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από άλλες καλλιέργειες.

    Από τα πρώτα οπωροφόρα δέντρα
    Η συκιά, Ficus carica, ήταν το σημαντικότερο οπωροφόρο δένδρο των αρχαίων Ελλήνων. Τα νωπά σύκα είναι από τους πλέον εύγευστους και θρεπτικούς καρπούς. Τα ξερά σύκα είναι από τις πλέον υγιεινές και θρεπτικές τροφές για τους μαθητές στα σχολεία και τις εκδρομές. Θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τα διάφορα βιομηχανικά "σνακ" που είναι επιβλαβή για την υγεία.
    Η συκιά ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών και μπορεί να καλλιεργηθεί ακόμη και σε ξηροθερμικές περιοχές, με ασβεστούχα εδάφη και pH μέχρι 8. Επειδή η ποιότητα των παραγόμενων σύκων εξαρτάται, περισσότερο από κάθε άλλο είδος οπωροφόρου, από το εδαφοκλιματικό περιβάλλον, θα πρέπει να προσδιοριστεί η καταλληλότερη ποικιλία για κάθε τύπο εδάφους και μικροκλίματος.
    Όλες οι ποικιλίες συκιάς φυτεύονται ως αυτόρριζες, χωρίς να εφαρμόζεται εμβολιασμός. Ο εμβολιασμός των ποικιλιών όμως σε επιλεγμένα υποκείμενα, από ορισμένες ποικιλίες, που προσαρμόζονται καλύτερα στα διάφορα εδάφη, βελτιώνει την παραγωγικότητα των δένδρων και την ποιότητα των καρπών. Για να εφαρμοστεί ο εμβολιασμός, θα πρέπει να επιλεγούν οι ποικιλίες εκείνες, που ευδοκιμούν καλύτερα ως υποκείμενα και να αναπτυχθεί η τεχνική αυτού. Ενδεικνυόμενα συστήματα καλλιέργειας, για εμπορικές φυτείες, είναι οι φυτεύσεις σε κανονικές αποστάσεις, με διαμόρφωση των δένδρων σε κανονικό κύπελλο, όπου επιτυγχάνονται μεγαλύτερες αποδόσεις και η καλύτερη ποιότητα καρπού, χωρίς άρδευση.

    Τρόποι καλλιέργειας
    Η καλλιέργεια της συκιάς, για παραγωγή νωπών, παρουσιάζει καλές προοπτικές τα τελευταία χρόνια και μπορεί να αποτελέσει μια ακόμα εναλλακτική λύση για ορισμένες περιοχές.
    Η καλλιέργεια της συκιάς είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο με κυριότερες χώρες την Ιταλία, Τουρκία, Πορτογαλία και Ισπανία. Στην Ελλάδα συστηματικά καλλιεργείται στην Πελοπόννησο, Εύβοια και στα νησιά του Αιγαίου (Λέσβο, Άνδρο, Σάμο, Νάξο).
    Υπάρχουν δύο τύποι καλλιεργούμενης συκιάς: Η μονόφορη που καρποφορεί μια φορά το χρόνο και η δίφορη που καρποφορεί δύο φορές το χρόνο. Πολλαπλασιάζεται με μοσχεύματα ή και με εμβολιασμό.
    Η συκιά κατάγεται από θερμές περιοχές της νοτιοδυτικής Ασίας, ωστόσο αναπτύσσεται καλύτερα σε λιγότερο θερμά κλίματα. Το φυτό δεν φαίνεται να απαιτεί χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα για να διαφοροποιήσει τους ανθοφόρους οφθαλμούς. Αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες μερικών βαθμών υπό το μηδέν.
    Ευδοκιμεί σε όλους τους τύπους εδαφών εκτός από τα βαριά υγρά αργιλώδη εδάφη. Τα πλέον ευνοϊκά εδάφη είναι τα πλούσια, βαθιά, ελαφριάς συστάσεως καλώς στραγγιζόμενα.
    Θεωρείται αρκετά ανθεκτική στην έλλειψη νερού σε σχέση με άλλα οπωροφόρα δένδρα, όμως για μια πλούσια και ποιοτικά ικανοποιητική παραγωγή θα χρειαστεί ορισμένα ελαφρά έως μέτρια ποτίσματα την καλοκαιρινή περίοδο, ιδιαίτερα σε περιοχές που παρουσιάζουν φαινόμενα ξηρασίας. Χρειάζεται καλή ρύθμιση των ποτισμάτων για την αποφυγή του σχισίματος των καρπών. Η συκιά παρουσιάζει την τάση να ρίχνει τα φύλλα και τους καρπούς της όταν η διαθέσιμη εδαφική υγρασία είναι ανεπαρκής.

    Ποικιλίες συκιάς
    Οι ποικιλίες της συκιάς μπορούν να διαχωριστούν ανάλογα με τον αριθμό των καρποφοριών που δίνουν, σε μονόφορες και δίφορες, καθώς και με το χρωματισμό του φλοιού του συκόνιου σε λευκές και έγχρωμες. Οι σπουδαιότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες στην Ελλάδα είναι η Καλαμών, η Βασιλική Μαύρη (μονόφορη, έγχρωμη), Μαύρα Μαρκοπούλου, το Πολίτικο (μονόφορη, λευκή), η Πρασινοσυκιά Λέσβου, η Φρακασάνα (δίφορη, λευκή), η Βασιλική λευκή (μονόφορη), κτλ. Επίσης τα φυτώρια διαθέτουν ντόπιες ποικιλίες με καλά χαρακτηριστικά, οι οποίες μπορούν να αναζητηθούν από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς.

    Εχθροί και ασθένειες της συκιάς
    Οι κυριότεροι εχθροί της συκιάς στη χώρα μας οι οποίοι μπορούν να προκαλέσουν ζημιές στην παραγωγή και να υποβαθμίσουν ποιοτικά το παραγόμενο προϊόν είναι ο κηροπλάστης ή ψώρα της συκιάς, η ψύλλα, η λογχαία ή μαύρη μύγα των σύκων και τέλος η μύγα της Μεσογείου .
    Πρόβλημα στις συκιές μπορεί να προκαλέσουν και οι νηματώδεις, γιατί τα δένδρα της συκιάς παρουσιάζουν μεγάλη ευαισθησία. Όσον αφορά τις ασθένειες έχει αναφερθεί ότι προκαλούνται σήψεις καρπών από μύκητες του γένους Phytophthora, Penicillium, Botrytis, Fusarium (ενδοσήψη), Alternaria, κτλ. Επίσης σημαντικές ασθένειες διεθνώς της συκιάς είναι αυτές που προκαλούνται από τα είδη Armillaria mellea, Cylindrocladium scoparium, καθώς και η ίωση, «μωσαϊκό».



    Λωτός: εναλλακτική καλλιέργεια που υπόσχεται υψηλό εισόδημα


    Περιβάλλον Ενέργεια Οικολογία:
    Μεγάλη διείσδυση στις αγορές του εξωτερικού παρουσιάζει ο λωτός, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει μια καλή πηγή εισοδήματος για αγρότες που στρέφονται σε εναλλακτικές, κερδοφόρες καλλιέργειες.
    Ο λωτός ανήκει στις προωθούμενες από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης εναλλακτικές καλλιέργειες και δίνει τη δυνατότητα για συμβολαιακή παραγωγή προορισμένη σε αγορές του εξωτερικού.
    Όπως αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας “Το Έθνος” η καλλιέργεια του λωτού μπορεί να αποδώσει έως 2 τόνους ανά στρέμμα, με τιμές παραγωγού να κυμαίνονται από 1,5 έως 2 ευρώ το κιλό.
    Το εισόδημα που μπορεί να αποφέρει ετησίως η καλλιέργεια του λωτού κυμαίνεται στα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα.
    Προκειμένου όμως να γίνει σωστά η καλλιέργεια αυτή, θα πρέπει να εξασφαλιστεί το αναγκαίο πιστοποιημένο φυτικό πολλαπλασιαστικό υλικό.
    Σήμερα στην Ελλάδα καλλιεργούνται περίπου 700-1.000 στρέμματα ως συστηματικές καλλιέργειες με λωτό.
    —Λίγα λόγια για το λωτό
    O Λωτός (επιστ. Διόσπυρος, Diospyros) είναι φρούτο του ομώνυμου γένους φυτών που ανήκει στην οικογένεια των Εβενοειδών (Ebenaceae). To γένος αυτό περιλαμβάνει περί τα 200 είδη των τροπικών περιοχών, κυρίως των ανατολικών, καθώς και των εύκρατων.
    Ευδοκιμούν σε όλα τα εδάφη, προτιμούν όμως τα ηλιόλουστα και ζεστά μέρη. Τα περισσότερα είδη είναι διακοσμητικά με εδώδιμο καρπό και κάποια είδη εξ αυτών παρέχουν πολύτιμο ξύλο (έβενος), το οποίο είναι μαύρο και πολύ ανθεκτικό.
    Πρόκειται για δέντρα ή θάμνους με ακέραια φύλλα και σπανίως αντίθετα. Τα άνθη είναι μονογενή ή διγενή. Ο καρπός είναι σαρκώδης ράγα, χυμώδης με χρώμα ξανθό, πορτοκαλί, κόκκινο ή κυανόμαυρο. Πολλαπλασιάζονται με σπέρματα.
    Ο λωτός εμφανίζεται στην Οδύσσεια ως καρπός που κάνει όποιον τον φάει να περνά στο κόσμο της λησμονιάς και της ονειροπόλησης.
    econews, Εθνος, wikipedia

    Χαρουπιά: καλλιέργεια


    Περί ξυλοκερατέας - (Ceratonia siliqua)

     Ονομασία - Καταγωγή
    Η καλούμενη ξυλοκερατιά, χαρουπιά, καρουπιά, κουτσουπιά ή κουντουρουδιά, την οποία οι αρχαίοι ονόμαζαν κερωνία, αιγυπτία συκή ή κερατέα. Ο καρπός της, ο οποίος σήμερα ονομάζεται ξυλοκέρατο, χαρούπι, καρούπι, κούτουρο ή κουντουχούδι ονομαζόταν αιγύπτιον σύκον ή κεράτιον. Κάπου αναφέρεται και με το όνομα ξυλόγλυκο.

    Αυτό το δέντρο είναι γνωστότατο, φαίνεται να κατάγεται από τη Μικρά Ασίας και ίσως την Κυρηναία, τη σημερινή Βάρκα της Τρίπολης 
    (παράλια της Βόρειας Αφρικής) απ’ όπου, κατά πάσα πιθανότητα μετανάστευσε, καλλιεργήθηκε και εγκλιματίστηκε και έγινε ιθαγενές πρώτα στα νησιά του Αιγαίου πελάγους και μετά στις λοιπές ελληνικές χώρες της Ευρώπης, όπου σε πάρα πολλές είναι αυτοφυές σήμερα. Αυτό το συμπεραίνουμε από το ότι ο Θεόφραστος, ο πρώτος που το αναφέρει λέει ρητά ότι επί της εποχής του φύτρωνε στην Συρία, την Ιωνία και στην Κνίδο και τη Ρόδο· και ότι οι μεν Ίωνες την αποκαλούσαν κερωνία, κάποιοι δε αιγυπτίαν συκήν «διημαρτηκότες» εσφαλμένως γιατί δεν φύτρωνε πουθενά στην Αίγυπτο. Εντούτοις αν και, κατά τη μαρτυρία του Θεόφραστου, δεν φύτρωνε τότε η ξυλοκερατέα στην Αίγυπτο, δεν είναι απίθανο τα ξυλοκέρατα να μεταφέρονταν μέσω αυτής από την Κυρηναία στην Ελλάδα, και γι’ αυτό να ονομάζονταν από κάποιους αιγύπτια σύκα.
    Στην Ιταλία εισήχθη από τους Έλληνες, όπως αποδεικνύεται από τις ονομασίες που χρησιμοποίησαν οι Ρωμαίοι για το δέντρο και τον καρπό αυτό. Την ξυλοκερατέα την ονόμαζαν ceratonia, δηλαδή κερατωνίαν και τον καρπό siliqua graeca, δηλαδή ελληνικό λοβό.

    Οπωσδήποτε το δέντρο αυτό πριν από τη γέννηση του Χριστού δε φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο, μέχρι σήμερα, στα ευρωπαϊκά παράλια της Μεσογείου και ιδίως στα νησιά του Αιγαίου πελάγους και την Ελλάδα. Τα ξυλοκέρατα αναφέρονται ως χρησιμοποιούμενα, όπως και σήμερα, για τη διατροφή των ζώων και ιδιαίτερα των χοίρων, και ακόμη και τότε τη θεωρούσαν μετριότατη τροφή για τον άνθρωπος όπως συμπεραίνεται από την παραβολή του ασώτου, όπου αναφέρεται ότι αυτός «επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων, ων ήσθιον οι χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ ». Όπως αναφέρει ο Θεοφύλακτος φύτρωναν πάμπολλες ξυλοκερατιές στη Συρία και την Ιουδαία.
    Και τότε ονομαζόταν συνηθέστερα κερατέα, και όχι με το ιωνικό όνομά της κερωνία· μετά πήρε την σημερινή ονομασία ξυλοκερατέα και χαρουπιά. Η τελευταία είναι αραβική (Kharrub), επικράτησε δε σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, γιατί φαίνεται ότι κατά το Μεσαίωνα που οι Άραβες ήταν οι κύριοι σχεδόν όλης της Μεσογείου, ώθησαν και επέκτειναν στα παράλια αυτής της θάλασσας την καλλιέργεια αυτού του δέντρου και τη χρήση αυτού του καρπού.
    Έτσι σήμερα οι Γάλλοι το δέντρο το αποκαλούν Caroubier και τον καρπό caroube, carobe ή caroyge (όπως και féce de Pythagore) · οι Ιταλοί το ονομάζουν catoba ή carruba και το δέντρο carobo, carrabo ή carrubio· οι Ισπανοί το λένε Algarrobo και οι Άγγλοι carob-tree και τον καρπό carob-bean.
    Εκτός όμως από το αραβικό όνομα επικράτησε στους Ευρωπαίους και η περίεργη ονομασία δέντρο φέρον τον άρτο του Αγίου Ιωάννη (γαλλικά arbre àpain de Saint Jean, αγγλικά Saint Johns bread tree, γερμανικά Joannis Brodbaum), η οποία φαίνεται να προέκυψε από εσφαλμένη παράδοση, κατά την οποία οι αναφερόμενες ακρίδες που αναφέρονται από τους ευαγγελιστές Ματθαίο και Μάρκο, τις οποίες έτρωγε ο βαπτιστής Ιωάννης στην έρημο με μέλι άγριο, δεν ήταν παρά ξυλοκέρατα.

    Σήμερα η ξυλοκερατιά συναντάται αυτοφυής ή καλλιεργούμενη σε όλα σχεδόν τα θερμά παράλια της Μεσογείου και ιδιαίτερα στη Συρία, την Κρήτη, τη Ρόδο, την Κύπρο και άλλα νησιά του Αιγαίου πελάγους, στη Λακωνία και άλλα μέρη της Ελλάδας, στη Σαρδηνία, την Σικελία, την Καλαβρία και άλλα μέρη της Ιταλίας, σε μερικά μέρη της μεσημβρινής Γαλλίας και την Κορσική, στην Ισπανία και την Πορτογαλία καθώς και σε όλα σχεδόν τα παράλια της Αφρικής, δηλαδή το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τύνιδα, την Τρίπολη και την Αίγυπτο.. Από τους Ισπανούς μετανάστευσε και στο Μεξικό και σε μερικά μέρη της Νότιας Αμερικής.

    Περιγραφή
    Η ξυλοκερατέα ανήκει στην τάξη των Ελλοβοκάρπων, στην οικογένεια των Καισαλπινοειδών και στο γένος Κερωνία, του οποίου αποτελεί το μοναδικό είδος. Είναι δέντρο μακρόβιο, μετρίου μεγέθους, αειθαλές, αναπτυσσόμενο αργά, που φυτρώνει στα πιο άγονα, πετρώδη και ξηρά εδάφη και δεν αντέχει το κρύο πάνω από τους -7ο έως -8οC. κατά το δριμύ ψύχος του 1879-1880 σε πολλές ξυλοκερατιές στην Αθήνα διερράγη ο κορμός τους.


    Έχει φύλλα σύνθετα από 4, 6, ή 8 φυλλαράκια, ωοειδή, ακέραια, λεία, σκυτώδη, βαθιά πράσινα, άνθη μικρά, κοκκινα σε μορφή βοτρύων, πολύγαμα, δηλαδή υπάρχουν δέντρα που έχουν μόνο αρσενικά άνθη και άλλα που έχουν μόνο θηλυκά και άλλα που έχουν αρσενικά και ερμαφρόδιτα (άνθη που έχουν τα αρσενικά και τα θηλυκά όργανα).
    Πρέπει να δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή σ’ αυτό καθώς είναι η βάση της καλλιέργειας αυτού του δέντρου για την παραγωγή καρπού.

    Ο καρπός της χαρουπιάς, δηλαδή το ξυλοκέρατο, είναι λοβός πεπλατυσμένος, μακρύς 10-20 και πλατύς 2-3 εκ., σκυτώδης, υπομέλας, και περισσότερο ή λιγότερο σε μορφή κέρατου (γι’ αυτό και ονομάστηκε κεράτιον από τους αρχαίους), γεμάτος από σάρκα σακχαρώδη που περιβάλλει τους σκληρούς, κεραμόχροους σπόρους που βρίσκονται μέσα του κατά μήκος  και σε σειρά. Καλύπτει πάρα πολλές ανάγκες του ανθρώπου όπως θα δούμε. 
    Υπάρχουν ελάχιστες ποικιλίες της χαρουπιάς. Κατά τους καλλιεργητές είναι:

    α) η άκαρπος, που στην πραγματικότητα δεν είναι ποικιλία αλλά απλά αυτή που έχει αρσενικά άνθη και χρησιμεύει ως υποκείμενο για μπόλιασμα·
    β) η άγρια, που έχει ξυλοκέρατα, λεπτά, τοξοειδή, ξυλώδη, μακριά 10-15εκ., που ωριμάζουν πιο νωρίς από τις άλλες ποικιλίες και είναι σχεδόν άχρηστα· χρησιμεύει σαν καλλωπιστικό δέντρο (δεντροστοιχιών) και ως υποκείμενο για μπόλιασμα·
    γ) η ημιάγρια (Ceratonia siliqua vulgaris  Risso), που έχει άφθονους αλλά ινώδεις καρπούς που είναι χρήσιμοι μόνο για διατροφή των ζώων και για απόσταξη·
    δ) η ήμερη (Ceratonia siliqua lalissima-Risso) η κατά προτίμηση καλλιεργούμενη που έχει λιγότερους καρπούς από την προηγούμενη, αλλά μακρούς, πλατείς, παχείς, πολύ σακχαρώδεις, γι’ αυτό και αποσταζόμενους, που τρώγονται ευχάριστα όχι μόνο από τα ζώα αλλά και από τους ανθρώπους.

    Φυσικό περιβάλλον - Καλλιέργεια
    Η χαρουπιά ευδοκιμεί σε κλίματα που φυτρώνουν χωρίς πρόβλημα τα εσπεριδοειδή, αλλά συναντάται αυτοφυής και σε ψυχρότερες χώρες· ωστόσο δεν την βρίσκουμε πέρα από τη ζώνη που περιλαμβάνει την ελιά.
    Προτιμά τα ασβεστούχα χώματα, φυτρώνει και στα πιο πετρώδη και ξερά εδάφη και είναι ευεργέτημα για τις χώρες που είναι άγονες, γιατί παρέχει σχετικά άφθονο και θρεπτικό καρπό κατάλληλο για τη διατροφή ζώων και ανθρώπων. Δεν αναπτύσσεται όμως τόσο καλά όπως στα γόνιμα και σχετικά δροσερά μέρη, όπου αυξάνεται πολύ γρήγορα.
    «Είναι», λέγει ο πολύς Γασπαρίνος (*), «απίστευτη η ταχύτητα με την οποία αυξάνει αυτό το δέντρο με το σκληρότατο ξύλο στα εκλεκτά εδάφη. Οι ενός χρόνου χαρουπιές σ’ αυτά τα εδάφη αποκτούν κορμό ύψους 3 έως 4μ., διαμέτρου δε 22 εκ.». Την παρατήρηση αυτή, την οποία πήρε από την περιγραφή του Fisclier, τη βρίσκουμε πολύ υπερβολική, γιατί σε γόνιμα και αρδευόμενα καλά εδάφη στο εδώ Δενδροκομείου, είδαμε σπέρνοντας χαρουπιά ότι αυτές αναπτύσσονται με σχετική πράγματι ταχύτητα, αλλά ποτέ με τόση όση περιγράφει ο Fischer. Ούτε οι Αίλαντοι ή οι Ευκάλυπτοι μέσα σ’ ένα χρόνο δεν αποκτούν έστω και τρία μέτρα, αν και θεωρούνται από τα ταχύτατα αναπτυσσόμενα σε γόνιμα εδάφη.
    Είναι βέβαιο ότι η χαρουπιά, που είναι δέντρο που αναπτύσσεται αργά, σε γόνιμο έδαφος αναπτύσσεται σχετικά γρηγορότερα, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλα σχεδόν τα φυτά. Δεν ευδοκιμεί στα ελώδη και υγρά εδάφη.

    Πολλαπλασιασμός
    Η χαρουπιά πολλαπλασιάζεται μόνο με τη σπορά και τον εμβολιασμό. 
    Η σπορά τους γίνεται κατά προτίμηση τον Απρίλιο όταν δεν υπάρχει πια φόβος να προσβληθούν από τους όψιμους παγετούς της άνοιξης.
    Για το σκοπό αυτό οι σπόροι που έχουν εξαχθεί από τους λοβούς, μουλιάζονται για 3 ή 4 μέρες, σε νερό που ανανεώνεται καθημερινά. Σπέρνονται ή επί τόπου κάθε τρείς ή τέσσερις, ή πεταχτά σε σπορεία που έχουν προετοιμαστεί σε βαθιά σκάφη και με γενναία λίπανση.
    Επειδή η χαρουπιά έχει ρίζα κάθετη και σε μεταφύτευση δύσκολα ριζώνει, η επί τόπου σπορά της είναι προτιμότερη, γιατί έτσι αποκτούν τη θέση στην οποία πρόκειται να μείνουν και να καρποφορήσουν τα δέντρα.
    Στα ξερά κλίματα η διατήρηση της κάθετης ρίζας έχει μεγάλη σημασία, γιατί αυτή εισδύει νωρίτερα στα κατώτερα στρώματα του εδάφους και αντλεί το νερό από αυτά, το οποίοι δεν έχουν ή δεν είναι αρκετό στα επιπόλαια στρώματα, όπου, τουλάχιστο στα πρώτα χρόνια περιορίζονται οι ρίζες των μεταφυτευόμενων δέντρων. Μετά από μήνες ή ένα χρόνο από την επιτόπου σπορά αφαιρούνται τα φυτά που κρατιέται μόνο το πιο εύρωστο σε κάθε θέση σποράς.
    Αυτές που έχουν σπαρθεί σε πρασιές αμέσως μόλις αποκτήσουν ύψους 4-5 εκ. βοτανίζονται και αραιώνονται, αφαιρούνται τα μικρότερα και τα ασθενέστερα, έτσι ώστε αυτές που θα απομείνουν στην πρασιά να έχουν μεταξύ τους απόσταση 5-10 εκ. Πριν και μετά την αραίωση οι πρασιές ποτίζονται και τα ποτίσματα, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, κάθε 15 μέρες τουλάχιστον.  Τέσσερις ή πέντε μέρες μετά από κάθε πότισμα οι πρασιές πρέπει να βοτανίζονται για να μην πνίξουν τα νεαρά φυτά τα αναπτυσσόμενα παρασιτικά χόρτα. Τον Αύγουστο μονοβεργίζονται, δηλαδή αφαιρούνται με κοφτερό μαχαίρι οι αναφυόμενοι βλαστοί από τα πλάγια του κεντρικού άξονα έτσι ώστε να αναπτυχθεί γρήγορα ο κορμός του.

    Photo: http://en.wikipedia.org/wiki/Ceratonia_siliqua

     Καρυδιά,η καλλιέργεια της



    Η καρυδιά (επιστ: Καρυά, Juglans), ανήκει στην οικογένεια των Καρυοειδών (Juglandaceae) με 20 είδη φυλλοβόλων δέντρων.
    Είναι αυτοφυές, αγγειόσπερμο, μονοχλαμυδικό φυτό. Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα προσαρμογής και καλλιεργείται σε διάφορους τύπους κλιμάτων και περιβάλλοντος. Όμως αποδίδει περισσότερο σε περιοχές με θερμό και υγρό κλίμα. Το πιο συνηθισμένο και γνωστό είδος είναι η Καρυά η βασιλική, λατινική ονομασία Juglans regia.



    Ονομασία: Η ονομασία στα λατινικά του γένους Juglans προέρχεται από τις λέξεις Jovis glans, που σημαίνουν Διός βάλανος.


    Περιγραφή:

    Τα φύλλα της καρυδιάς είναι μεγάλα, μακριά, σύνθετα. Το κάθε φύλλο αποτελείται από 7-9 μικρά φύλλα, με ωοειδές σχήμα. Τα άνθη της είναι αφανή χωρίς πέταλα και τα αρσενικά σχηματίζουν ταξιανθίες. Ο κορμός της είναι παχύς και η διάμετρος του φτάνει τα 2,5 μέτρα. Η κοινή καρυδιά φτάνει σε ύψος τα 35 μέτρα και είναι γνωστή και με τις ονομασίες αγγλική ή περσική.

    Χρησιμότητα: Το ξύλο της καρυδιάς είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό και δεν εμφανίζει ρωγμές. Είναι συμπαγές με εξαιρετική ελαστικότητα και χρησιμοποιείται στην κατασκευή επίπλων πολύ καλής ποιότητας. Επειδή κατεργάζεται εύκολα χρησιμοποιείται και στη ξυλογλυπτική.

    Καρπός:

    Κύριο λήμμα: καρύδι. Καλλιεργείται για τον καρπό της, το καρύδι, και για την εξαιρετικής ποιότητας ξυλεία της. Τα καρύδια, όταν ωριμάσουν, τινάζονται από το δέντρο με ράβδισμα και μαζεύονται από το έδαφος πριν μαυρίσουν. Στη συνέχεια ξεφλουδίζονται και ξεραίνονται σε ειδικά ξηραντήρια. Το καρύδι έχει σχήμα σφαιρικό και το περικάρπιο του όταν είναι χλωρό είναι παχύ σαρκώδες και πράσινο ενώ όταν ωριμάζει αλλάζει χρώμα σε ανοιχτό μπεζ - καφέ και γίνεται σκληρό, ξυλώδες κέλυφος.

    Το εσωτερικό του καρυδιού, η καρυδόψιχα, αποτελείται από δύο μεγάλες κοτυληδόνες οι οποίες περιβάλλονται από ένα λεπτό σπερματικό περίβλημα. Η καρυδόψιχα τρώγεται σκέτη σαν ξηρός καρπός, χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική, στη μαγειρική και τρώγεται με μέλι. Το χλωρό καρύδι γίνεται νόστιμο γλυκό του κουταλιού.

    Η Κίνα είναι πρώτη στον κόσμο σε παραγωγή καρυδιών. Ακολουθούν οι Η.Π.Α., το Ιράν, η Τουρκία και η Ουκρανία. Η έκταση που καταλαμβάνει στην Ελλάδα ανέρχεται σε 700.000 στρ. περίπου, ενώ η ετήσια παραγωγή καρυδιών ανέρχεται σε 25.000 τόνους. Η αποφλοίωση - σπάσιμο των καρυδιών πέρα των καρυδοθραυστών προσωπικής χρήσης γίνεται και σε ειδικά μηχανήματα τους σπαστήρες καρυδιών. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν εταιρίες που προσφέρουν τέτοιες υπηρεσίες.

    Είδη:

    Πολύ διαδεδομένο είδος καρυδιάς στην Ευρώπη είναι η Καρυα η βασιλική (Juglans regia). Ένα είδος καρυδιάς είναι η μαύρη καρυδιά (Juglans nigra) δέντρο της Βόρειας Αμερικής που φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα. Μακρόβιο φυτό, μπορεί να ξεπεράσει την ηλικία των 250 ετών. Το ξύλο της είναι εξαιρετικής ποιότητας , ακριβό και ανθεκτικό. Τα καρύδια που παράγει χρησιμοποιούνται στην αρτοποιία και στην παρασκευή γλυκών και παγωτού. Ακόμα ένα σημαντικό είδος είναι η Πτεροκαρύα της Κίνας και της Ιαπωνίας.

    Ποικιλίες Καρυδιάς:

    Αφράτα: Αφράτα που εύκολα σπάζουν. Σ' αυτά υπάγονται εκείνα που με το όνομα Τσιποκάρυδα, στρογγυλά με πολύ λεπτή φλούδα. Παράγουν μεγάλες ποσότητες ψίχας. Για αυτό το λόγο και συνιστώνται για φύτευση.
    Βασιλικά: Όχι υπερβολικά αφράτα. Δεν σπάζουν τόσο εύκολα όπως τα τσιποκάρυδα.
    Αυγουλάτα:Λίγο μακρουλά στο σχήμα και μισόσκληρα στο τσόφλι. Σε μέγεθος μέτρου, ανοιχτόχρωμα και γλυκά, ίδια είναι και τα Αγιορείτικα.
    Χοντροκάρυδα: Πολύ μεγάλα, με πολύ σκληρό τσόφλι. Λίγη ψίχα.
    Ξενικές ποικιλίες: Φρανκέτ Μεγκέτ. (Franquete Megette). Eureka, Blackmer.Placentia Pacyne, Sorento.
    Chandler: Η καλύτερη σε ποιότητα και παραγωγή, πλαγιοκαρπεί (90%). Επικ. Vina, Franquette.
    Amigo, Gustine: Για θερμές περιοχές της Ελλάδας, πρωιμανθείς.

    Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις της καρυδιάς

    Kλίμα: Μεγαλώνει παντού, όπου δεν υπάρχουν συχνές και παρατεταμένες παγωνιές. Αλλά προσαρμόζεται καλύτερα σε ζεστούς τόπους και δεν την ενοχλούν τόσο οι άνεμοι Σε τόπους ζεστούς τη συναντούμε και σε υψόμετρο μέχρι 800 μέτρα, αλλά σε τόπους όχι τόσο ζεστούς και στα 600 μ. ύψος. Καλλιεργείται κάτω από μεγάλη ποικιλία κλιματικών συνθηκών. Αποδίδει όμως σε περιοχές με δροσερό και υγρό κλίμα. Για να αποκτήσουν οι καρποί της καλό μέγεθος η περίοδος βλάστησης της το καλοκαίρι πρέπει να είναι μεγάλη. Πολύ υψηλές όμως θερμοκρασίες - πάνω από 38°C- είναι δυνατό να προκαλέσουν εγκαύματα στους καρπούς. Επειδή το φθινόπωρο η ξυλοποίηση των βλαστών γίνεται αργά, παθαίνει ζημιές από πρώιμους παγετούς το χειμώνα. Ζημιές από παγετούς παθαίνει και την άνοιξη, γι' αυτό δεν πρέπει να φυτεύεται σε παγετόπληκτες περιοχές. Ορισμένες ποικιλίες έχουν μεγάλες απαιτήσεις σε χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα για να διακοπεί ο λήθαργός τους. Σε περιοχές που ο χειμώνας είναι ζεστός τα δέντρα καθυστερούν να βλαστήσουν την άνοιξη.

    Έδαφος: Ως προς το έδαφος η καρυδιά δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες προτιμήσεις. Γίνεται σε όλα τα βαθιά και διαπερατά από το νερό εδάφη. Σαν δέντρο με πλούσιες, άφθονες ρίζες η καρυδιά γίνεται και σε φτωχά ακόμη χώματα, όμως γίνεται πολύ καλύτερα σε χώματα που δεν είναι πολύ φτωχά - Αργιλοασβεστώδη βαθιά στραγγερά η Αργιλοαμμώδη στραγγερά. Σε σφιχτά χώματα (Αργιλώδη) αργεί να αναπτυχθεί και τελικά δεν αποδίδει.

    Σχετικά με νέες φυτεύσεις:

    Ο κύριος τρόπος πολλαπλασιασμού της καρυδιάς είναι με το σπόρο (το καρύδι). Μπορεί όμως να πολλαπλασιασθεί και με μπόλιασμα.

    Για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο διαλέγονται καλής ποιότητας καρύδια που αντιπροσωπεύουν διαλεχτές ποικιλίες. Το καλό καρύδι διακρίνεται από το κανονικό σχήμα και χρώμα του, αλλά και από το βάρος του. Ομοίως για την εκλογή του σπόρου για φύτεμα πρέπει να είναι γνωστός ο χρόνος που έχει συγκομισθεί.

    Το καρύδι, όπως είναι γνωστό, περιέχει μεγάλη ποσότητα λαδιού (Καρυδέλαιο). Για τον λόγο αυτό αν δεν συντηρηθεί καλά «ταγκιάζει» και τέτοια καρύδια είναι τελείως ακατάλληλα για σπόρο. Καλός τρόπος διατήρησης του σπόρου μέχρι την στιγμή της σποράς είναι να τοποθετείται μέσα σε άμμο.

    Σπορά:


    Τα καρύδια σπέρνονται σε σπορεία αλλά και επί τόπου - στον οριστικό τους τόπο. Αυτή η σπορά γίνεται κατά το Νοέμβριο ή κατά τον Μάρτιο. Τα καρύδια σπέρνονται σε λάκκους με διαστάσεις 30χ30 και στο ίδιο βάθος. Στους λάκκους αυτούς ρίχνεται καλό χώμα και σπέρνονται τα καρύδια σκεπασμένα σε βάθος 6-7 πόντων. Σπέρνονται 2-3 μαζί και αφού βλαστήσουν διατηρούμε το καλύτερο και αφαιρούμε τα άλλα.

    Στα Σπορεία ή Φυτώρια: Με τους συνηθισμένους τρόπους προετοιμασίας και σποράς, σπέρνεται ο σπόρος σε γόνιμο δουλεμένο τόπο. Εδώ όμως τα νεαρά δεντράκια δεν θα έχουν τις δυνατές ρίζες που έχουν σπαρθεί επί τόπου σε στεγνό μέρος, γι 'αυτό και τα δέντρα αυτά μεταφυτεύονται σε γόνιμους τόπους. Πάντως πριν τη σπορά το πιο σωστό είναι να γίνεται προ βλάστηση των καρυδιών με τον τρόπο της στωμάτωσης. Η σπορά γίνεται την άνοιξη όταν θα έχει περάσει ο κίνδυνος παγωνιάς. Γίνεται σε αλέες όπου ανοίγονται μικρά αυλάκια που θα απέχουν 30-40 πόντους και σε βάθος 6-7 πόντων. Μέσα στα αυλάκια τοποθετείται ο σπόρος σε αποστάσεις 40-50 πόντων και στο βάθος των 6-7 πόντων και σκεπάζεται με το χώμα των αυλακιών. Έτσι σπαρμένα καρύδια θα βλαστήσουν ύστερα από 15-20 ημέρες.

    Τα νεαρά δεντράκια μεταφυτεύονται ύστερα από 1-2 χρόνια σε φυτώρια και σε μεγαλύτερες αποστάσεις (65-75 πόντους). Εκεί θα μείνουν 2-3 χρόνια και έπειτα φυτεύονται στον οριστικό τους τόπο.

    Mπόλιασμα: Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις είναι ανάγκη να μπολιαστεί η Καρυδιά, όπως είναι η περίπτωση της εξημέρωσης άγριων δέντρων και η περίπτωση να πολλαπλασιάσουμε μία εκλεκτή ποικιλία. Κατάλληλος τρόπος μπολιάσματος της καρυδιάς είναι ο λεγόμενος «αυλοειδής» Με τον τρόπο αυτό, αντί να αφαιρεθεί ένα μάτι, όπως γίνεται στο μπόλιασμα με μάτι (ενοφθαλμισμός), αφαιρείται σε ένα μέρος του κλαδιού όλος ο φλοιός κυκλικά (σαν κύλινδρος). Το μπόλιασμα αυτό είναι δυσκολότερο από τα άλλα μπολιάσματα, γι' αυτό χρειάζεται εξάσκηση του μπολιαστή για να επιτύχει. Αλλά μπορούν να γίνουν και τ' άλλα μπολιάσματα σε ορισμένες περιπτώσεις. Με κεντράδι – εγκεντρισμός, ο κάτω από το φλοιό στεφανίτης, και ακόμη. το μπόλιασμα, με μισό σχίσιμο του ξύλου.

    Για υποκείμενα της καρυδιάς χρησιμοποιούνται οι ποικιλίες και υποποικιλίες της κοινής καρυδιάς (J. regia), αλλά και τα αμερικάνικα είδη (J. cinerea, J. nigra). Για να γίνει το «αυλοειδές» μπόλιασμα το υποκείμενο και το μπόλι πρέπει να μην είναι μεγάλης ηλικίας αλλά νέα. Να έχουν σχεδόν το ίδιο πάχος και να βρίσκονται στην εποχή που άρχισε η βλάστηση. (Να κυκλοφορούν οι χυμοί).

    Αν το υποκείμενο είναι πιο μεγάλο, τότε κόβουμε τον κορμό του ή ένα κλώνο του σε κάποιο ύφος και τον άλλο χρόνο κάνουμε το μπόλιασμα πάνω στα καινούργια κλαδιά. Αλλά το μπόλι πρέπει να το πάρουμε από κλαδί ενός χρόνου που βρίσκεται στη βλάστησή του, κόβοντας το τμήμα που θα αποτελέσει τον «αυλό ή κύλινδρο» με μάτια που θα βρίσκονται στη μέση ή στη βάση του κλώνου.

    Για να εκτελέσουμε αυτό το μπόλιασμα, χαράζουμε τον κλώνο που θα χρησιμεύσει για μπόλι οριζόντια σε δύο σημεία (πάνω και κάτω) και κυκλικά - σε κάποια απόσταση μεταξύ των χαραγμάτων - και που σ' αυτό το τμήμα που θα χρησιμεύσει για μπόλι, θα βρίσκονται 2-4 μάτια. Τότε στο πάνω τμήμα του κλώνου που χαράξαμε, αφαιρούμε τελείως τον φλοιό του. Έτσι με προσεκτικό στρίψιμο του χαραγμένου φλοιού τον τραβούμε προς τα πάνω και προς τα έξω και έχουμε το μπόλι «αυλό». Από το διαλεγμένο υποκείμενο αφαιρούμε με τον ίδιο περίπου τρόπο τόσο φλοιό όσο είναι το ύφος του μπολιού και το εφαρμόζουμε στη γυμνή επιφάνεια του υποκείμενου κυκλικά πιέζοντας ελαφρά. Έπειτα το δένουμε όπως όλα τα μπόλια. Από τους άλλους τρόπους μπολιάσματος που δεν συνηθίζουμε παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις έχουμε τον υπόφλοιο Στεφανίτη τον με σχισμή για να βάλουμε κεντράδι.

    Εδαφοκλιματικές συνθήκες: Με βάση όσα είπαμε για το κλίμα - και το τοπικό κλίμα - και τη φυσική κατάσταση του εδάφους, διαλέγεται κατά το δυνατόν ο τόπος όπου θα εγκατασταθεί ο Καρυδώνας. Κατά τα άλλα - φύτεμα των δέντρων περιποιήσεις κλπ. ισχύουν ότι και για τα περισσότερα καρποφόρα. Αποστάσεις μεταξύ των δέντρων πρέπει να είναι 15-18 μέτρα. Μικρότερη απόσταση στους φτωχούς και ξερούς τόπους και μεγαλύτερες στα γόνιμα εδάφη, όπου θα πάρουν και μεγαλύτερη ανάπτυξη. Οι λάκκοι που θα ανοιχτούν πολύ ενωρίτερα, πρέπει να έχουν διαστάσεις 80-100 πόντους και βάθος 1,20-1,40 μέτρα. Σε φτωχά μέρη οι λάκκοι πρέπει να ανοίγονται ακόμη βαθύτερα.


    Καλλιεργητικές περιποιήσεις της καρυδιάς

    Κλάδεμα:

    Η καρυδιά δεν επιδέχεται μεγάλο κλάδεμα. Υπάρχει μάλιστα η αντίληψη ότι η καρυδιά δεν πρέπει να κλαδεύεται. Αλλά ο λεγόμενος «Καθαρισμός» είναι πάντοτε απαραίτητος, για την αφαίρεση κλώνων που χαλούν το σχήμα, αφαίρεση λαίμαργων, αφαίρεση ξερών κλαδιών. Όλα τα φυλλοβόλα δένδρα κλαδεύονται το χειμώνα. Στην καρυδιά οι σκελετικοί κλάδοι κλαδεύονται στο μισό του μήκους τους, όταν αυτό κυμαίνεται από 1,3-3,3 μέτρα. Οι ποικιλίες που φέρουν μεγάλη παραγωγή, κλαδεύονται πιο αυστηρα, για να μην μεταβληθεί η γωνία πρόσφυσης των σκελετικών κλάδων, λόγω του βάρους του φορτίου.

    Στις ορθόκλαδες ποικιλίες, οι βλαστοί του προηγούμενου έτους αποφεύγεται να κλαδεύονται, ενώ στις ημιορθόκλαδες συντέμνονται στο 1/4 του μήκους και στις πλαγιόκλαδες στο 1/3 έως το 1/2 του μήκους τους.

    Τα γερασμένα δένδρα ανανεώνονται κλαδεύοντας τους κύριους βραχύωνες στα 60-100 εκατοστά από τη βάση τους. Από τα κλαδιά που θα σχηματιστούν τον επόμενο χρόνο, διατηρούμε μόνο όσα χρειάζονται για την επαναδιαμόρφωση του σκελετού των δένδρων.

    Το κλάδεμα σε μικρή ηλικία του δέντρου είναι απαραίτητο για το σχηματισμό του και την τήρηση του σχήματος που θα δοθεί με την αφαίρεση του ξύλου που χαλάει τη συμμετρία. Το κλάδεμα των μικρών δέντρων για το σχηματισμό τους γίνεται από την αρχή, μετά το φύτεμά τους. Τα δεντράκια τα κόβουμε σε κάποιο ύφος. Για χαμηλά 30-50 πόντους και για υψηλά με το σκοπό εκμετάλλευσης της ξυλείας, τρία μέτρα και πάνω, κοντά σε μερικά μάτια (3-4). Τα μάτια αυτά θα χρησιμεύσουν για να σχηματίσουν τα μπράτσα του δέντρου, όταν τα μάτια αυτά βλαστήσουν και αναπτυχθούν.

    Το δέντρο της καρυδιάς είναι αιωνόβιο. Αλλά σε πολύ μεγάλη ηλικία η καρποφορία του ελαττώνεται με τρόπο που μπορεί να επιβάλει την ανανέωσή του.

    Σε τέτοια περίπτωση, κόβουμε τα μπράτσα σε μήκος 60-100 πόντους από τη θέση τους με κόψιμο λοξό που το λειαίνουμε και αλείφουμε τις τομές με μία κατάλληλη αλοιφή. Από τα κλαδιά που θα βγουν τον άλλο χρόνο κρατούμε εκείνα που θα συνεχίσουν το σχήμα του δέντρου και αφαιρούμε τα άλλα. Η καρποφορία σε τέτοια περίπτωση θα φανεί μετά 4-5 χρόνια.
    Λίπανση:

    Η καρυδιά δεν θέλει πολύ άζωτο. Χρειάζεται φώσφορο και κάλι. Θέλει ακόμη και ασβέστη. Αν αυτός δεν υπάρχει αρκετός στο χώμα, να δίνεται. Αν δώσουμε κοπριά (40-50 κιλά) πρέπει να είναι καλά χωνεμένη και συμπληρωμένη με υπερφοσφωρικό και θειικό κάλιο: 4-5% υπερφοσφωρικό και Υ2 -1% θειικό κάλιο. Αναλογία για πλήρες λίπασμα μικτό είναι: 1-2 Υ2 - 1 Υ2 . Δίνουμε Θ.Α 0,6-1 κιλό γ.φ. 1,9-3 και Θ.Κ 0,40 - 0,80 το κιλό.

    Η λίπανση να γίνεται τον χειμώνα σε ζώνη κυκλική, γύρω από το δέντρο σε απόσταση από τον κορμό 1 - 1,5 μέτρα.Το λίπασμα να δίνεται αρκετά βαθιά.


    Πηγή: fytokomia.gr




    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου